Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Μια ιστορία για το Halloween

« Σου έχω πει πως ο προ-πάππους μου ήταν βρικόλακας;» ρώτησα τον Πέτρο σηκώνοντας το μπουκάλι μου για να του δείξω ότι ήθελα μια άλλη. « Τι, έκλαιγε αίμα και γυάλιζε στον ήλιο;» με ρώτησε ανοίγοντας ένα ακόμα μπουκάλι. « Όχι βαμπίρ , βρικόλακας. Σηκώθηκε από το τάφο.» « Για πες» απάντησε. Ήταν αργά και όσοι είχαν έρθει να πιούν ήταν ήδη μεθυσμένοι. « Ο προ-πάππους μου ήταν στον ΕΛΑΣ,» ξεκίνησα και ήπια μια γουλιά. « Όταν έγιναν τα Δεκεμβριανά βρισκόταν με μια μικρή ομάδα κρυμμένη σε ένα βουνό στη Μάνη και μετά την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν από τους λίγους που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Όταν μονάδες του εθνικού στρατού άρχισαν να τους αναζητούν, η ομάδα του παππού μου κατέβηκε στο πιο κοντινό χωριό και ζήτησαν από τους κατοίκους να τους κρύψουν μέχρι να φύγει ο στρατός. Οι κάτοικοι όμως τους πρόδωσαν και σε μια σύντομη μάχη λίγο έξω από το χωριό ο στρατός τους επιτέθηκε σκοτώνοντάς τους όλους. Ο ιερέας του χωριού αρνήθηκε να τους κηδεύσει γιατί ήταν κομμουνι...

Χταπόδια στο Νείλο

Αποφάσισα να γράψω ένα ερωτικό γράμμα . Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο σκοπό ή πρόσωπο στο νου μου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν μια αυθόρμητη απόφαση της στιγμής. Αντίθετα, μου πήρε αρκετό χρόνο για να πάω από την ιδέα στην εκτέλεση και άλλο τόσο για να κάνω τις κατάλληλες προετοιμασίες. Η ιδέα μου είχε έρθει εδώ και τρείς μέρες και η τελική απόφαση πάρθηκε κάπου στις δύο η ώρα το πρωί ενώ προσπαθούσα να κοιμηθώ ύστερα από μια αϋπνία πέντε ημερών. Ενώ είχα κλείσει τα μάτια μου και προσποιούμουν ότι έβλεπα όνειρα , έκανα ένα ξαφνικό «κλακ» με τη στόμα μου, πετάχτηκα από το κρεβάτι., άνοιξα τα φώτα σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού μου, ακόμα και αυτό του φούρνου, και έβαλα το air-condition στη χαμηλότερη θερμοκρασία που μπορούσε να χτυπήσει. Άρχισα να τριγυρίζω στη κρεβατοκάμαρά μου και να ψάχνω για ένα καλό κομμάτι χαρτί, κάτι που να μην είναι τσαλακωμένο και να μην έχει λερωθεί από στάχτες ή κρασί. Καθώς προσπαθούσα να στριμωχτώ κάτω από το κρεβάτι για να φτάσω ένα ξεχασμένο τετράδ...

Η Νύχτα που φορέσαμε τις Μάσκες 4: Θελήματα, Μέρος Τρίτο

« Πως είσαι;» με ρώτησε μαλακά, κοιτώντας με στα μάτια. « Τι θέλεις;» της απάντησα αμέσως. Ήταν το τελευταίο άτομο που θα ήθελα να συναντήσω εκείνη τη στιγμή, δύο μέρες από τότε, ακόμα και τώρα. « Θα ήθελα να σου αγοράσω ένα καφέ» « Για να μου πεις ότι χρωστάω σε κάποιος κάνα δύο περιουσίες;Καλή σου νύχτα» της είπα απότομα και έκανα να φύγω. « Φρεντ περίμενε,» με πρόσταξε υψώνοντας ελαφρά τη φωνή. « Αυτή τη φορά έρχομαι με μια πολύ καλή πρόταση τόσο για σένα όσο και για τους φίλους σου.» « Σε ακούω,» της είπα καθώς η λογική μου πάλευε με την ευγένεια. « Όχι εδώ», μου είπε ανάβοντας ένα τσιγάρο. « Πάμε σε εκείνη τη καφετέρια στη γωνία.» « Θα σε παρακαλέσω να κάνεις γρήγορα . Έχω και άλλες υποχρεώσεις,» της είπα όταν καθίσαμε σ ένα τραπέζι με θέα το δρόμο έξω. Παρά την αρνητική μου στάση δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Φορούσε ένα στενό ταγιέρ και ένα ζευγάρι μαύρες γόβες που ενώνονταν εντυπωσιακά με δύο λεπτές γάμπες που θα μπορούσαν να χαράξουν διαμάντι...

Η Νύχτα που φορέσαμε τις Μάσκες 4: Θελήματα, Μέρος Δεύτερο

Έφυγα από το σπίτι του Άλεξ κυριευμένος από το πιο άσχημο συναίσθημα που είχα νιώσει εδώ και καιρό. Όσα μου είπε ο Άλεξ ήταν πολύ περισσότερο από ότι περίμενα να ακούσω. Το μόνο που ήθελα αυτό το απόγευμα ήταν να κρατήσω την οικογενειακή παράδοση που εγώ και ο Άλεξ είχαμε. « Θα συναντιόμαστε τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα» είχαμε συμφωνήσει όταν ήμασταν μικροί και ακούγαμε το πόσο απασχολημένοι ήταν οι μεγάλοι και δεν μπορούσαν να περνούν αρκετό καιρό με τους συγγενείς τους. Φυσικά όταν πήραμε αυτό τον όρκο δεν είχαμε υπολογίσει το πόσο διαφορετικοί γίνονται οι άνθρωποι με τα χρόνια και έτσι και οι δύο αρκεστήκαμε στο να βρισκόμαστε μία φορά το μήνα, που αρκετές φορές γινόταν δύο μήνες. Περίμενα αυτό το απόγευμα να ήταν ένα όπως τα προηγούμενα, με την Άλμα να παίρνει την Αννέτ από το χέρι για να τη βοηθήσει στη κουζίνα και να τη ρωτά στα κρυφά αν ορίσαμε ημερομηνία γάμου. Ο Άλέξ θα μου έδινε ένα ποτήρι ουίσκι, ούτε φθηνό ούτε ακριβό, αλλά αρκετά καλό ώστε να μπορεί κάποιος να το α...

Η Νύχτα που φορέσαμε τις Μάσκες 4: Θελήματα, Μέρος Πρώτο

Δεν ξέρω αν ήταν μουσική, αλλά σίγουρα κάτι ήθελε να πει και εγώ άκουγα. Τον άκουγα να γρατζουνά μια κιθάρα σε ένα λειψό ρυθμό και με μια τραβηγμένη, γδαρμένη φωνή να ρίχνει τις λέξεις τη μία μετά την άλλη. Ακούγοντας το ένιωθα ότι το μόνο που είχε μείνει σε αυτό τον άνθρωπο είναι η κιθάρα του και αυτή η τσακισμένη φωνή. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε αλλά μιλούσε για πόνο. Πόνο, θλίψη και μελαγχολία. Ο ρυθμός με έπαιρνε, προσπαθούσε να με πείσει ότι υπάρχει κάτι να ακολουθήσω, αλλά η αλήθεια του ξερού ήχου μου έδειχνε τη μοναξιά του. Είχε μείνει μόνος του, με μια κιθάρα που κακομεταχειρίζονταν με τον ίδιο τρόπο όπως και αυτούς που έδιωξε από κοντά του. Μόνος σου πνιγμένος με στο πόνο. Είναι αυτός ένα από τους πιθανούς τρόπους που μπορεί να καταλήξει κάποιος; Να μετρά τη δυστυχία νότα νότα και να τη συγκρίνει με τη τύψη; «Πώς το βρίσκεις;» με ρώτησε ο αδελφός μου καθώς έβγαζε το δίσκο από το γραμμόφωνο. « Πραγματικά σου αρέσει να ακούς κάτι τόσο θλιμμένο Άλεξ; Πάντα νόμιζα ότι η μουσική...

नए यौन क्रांति

  « Μην ανησυχείς, θα ξεκινήσουμε σε λίγο,» της είπε καθώς έπλενε τα χέρια του στο μεταλλικό νιπτήρα που είχε εγκαταστήσει στο δωμάτιο. Φρόντιζε να περάσει το σαπούνι από κάθε δάχτυλο των χεριών του και να μην του ξεφύγει κανένα σημείο που θα εξέθετε τον οργανισμό του σε κάποια μόλυνση. Φορούσε μια ολόσωμη, μπλε στολή από πλαστικό που κάλυπτε μαλλιά και αυτιά και είχε καλύψει τα παπούτσια του με ειδικές πλαστικές θήκες. Δεν ήθελε να λερωθεί. Γύρισε πάλι προς το κέντρο του πράσινου δωματίου και άρχισε να μιλά φορώντας τα γάντια του. « Δε ξέρω εάν θα με ακούς λόγω τις αναισθησίας. Προτιμώ να κάνω την επέμβαση με συνειδητή αναισθησία, αλλά καμιά φορά μου ξεφεύγει και χορηγώ μεγαλύτερη ποσότητα αναισθητικού. Τέλος πάντων, προτιμώ να μιλάω όταν κάνω αυτή τη διαδικασία. Με χαλαρώνει και μπορώ να κάνω ότι χρειάζεται πολύ καλύτερα. Προσπάθησα να ακούω μουσική, για να κάνω την όλη διαδικασία λίγο πιο ευχάριστη και για σένα, αλλά δεν είχε κάποια σημαντική διαφορά.» Πλησίασε το πάγκο και έπ...

Νύχτα στην πόλη

Ήμουν γεμάτος αλκοόλ και απογοήτευση. Ένιωθα πως είμαι στην άκρη ενός δρόμου, κάπου στα μισά της διαδρομής και είχα ξεχάσει εάν έπρεπε να πάω μπροστά ή πίσω. Το στόμα μου με έκαιγε, η ανάσα μου ήταν ξερή και το στομάχι μου σφιγμένο από μία αηδία, μια αναγούλα που συνόδευε τη στιγμή της ξαφνικής επιφώτισης μου. Ήταν κάμποσους μήνες τώρα που έβλεπα ότι υπάρχει γύρω μου να γίνεται τμήμα ενός «τραγικού γεγονότος», μιας «αληθινής» ιστορίας ή μιας κούφιας πραγματικότητας. Για βδομάδες συμπαραστεκόμουν σε κάθε φίλο, αδελφό ή θείο και σε κάθε άρρωστο γνωστό λέγοντας τους ότι όλα θα πάνε καλά και ότι τίποτα κακό δε θα συμβεί και για τις ίδιες βδομάδες ευχαριστούσα το Θεό και κάθε θεία συγκυρία που εγώ δεν έπαθα τίποτα ακόμα. Είχα πάρει ένα στυλό και καθόμουν στο μπαρ, ζωγραφίζοντας το χέρι μου χωρίς να βλέπω τις μουτζούρες που έκανα στο σκοτάδι. Είχα μείνει μόνος. Όλοι όσοι είχαν το τηλέφωνό μου και όλοι όσοι ήξερα είχαν μια δυστυχία ή μία δουλειά να τους κρατάει απασχολημένους μακριά μου. Αλλά...