The strange plant by Pittermilk Όταν ο βασιλιάς Χειμώνας επέστρεψε, κουβαλούσε μαζί του ένα δέμα ξερά ξύλα για φωτιά που τα κρατούσε με το αριστερό του χέρι μόνο, λες και ήταν ένα απλό κλαράκι. Αφού τα άφησε στο έδαφος, μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Χωρίς να περιμένω εξηγήσεις απάντησα καταφατικά και άρχισα να ακολουθώ τα βήματά του. Το ταξίδι ήταν αρκετά μακρύ και ο βασιλιάς προτίμησε να μη μου μιλά κατά τη διάρκεια του, ακολουθώντας το μουντό μοτίβο της κόκκινης γης στην οποία περπατούσαμε. Όσο απομακρυνόμασταν από τη πόλη παρατήρησα ότι τα ξερά δέντρα και οι θάμνοι που έβλεπα με μεγάλη συχνότητα στην αρχή είχαν αρχίσει να γίνονται πιο σπάνιοι και προς το τέλος τους ταξιδιού μας μόνο το κόκκινο έδαφος έμεινε τριγύρω μας. Όταν τελικά νύχτωσε είχαμε φθάσει στο προορισμό μας. Βρισκόμασταν μπροστά σε μια λίμνη. Ήταν τόσο μεγάλη που θα την είχα περάσει για θάλασσα εάν δεν έβλεπα ένα φως, μια φωτιά πιθανόν, στην ακριβώς απέναντι πλευρά από εμάς. Το φως του φεγγαριού...
Ιστολόγιο περιοδικών, επεισοδιακών ιστοριών και ενίοτε απόψεων