« Πως είσαι;» με ρώτησε μαλακά, κοιτώντας με στα μάτια. « Τι θέλεις;» της απάντησα αμέσως. Ήταν το τελευταίο άτομο που θα ήθελα να συναντήσω εκείνη τη στιγμή, δύο μέρες από τότε, ακόμα και τώρα. « Θα ήθελα να σου αγοράσω ένα καφέ» « Για να μου πεις ότι χρωστάω σε κάποιος κάνα δύο περιουσίες;Καλή σου νύχτα» της είπα απότομα και έκανα να φύγω. « Φρεντ περίμενε,» με πρόσταξε υψώνοντας ελαφρά τη φωνή. « Αυτή τη φορά έρχομαι με μια πολύ καλή πρόταση τόσο για σένα όσο και για τους φίλους σου.» « Σε ακούω,» της είπα καθώς η λογική μου πάλευε με την ευγένεια. « Όχι εδώ», μου είπε ανάβοντας ένα τσιγάρο. « Πάμε σε εκείνη τη καφετέρια στη γωνία.» « Θα σε παρακαλέσω να κάνεις γρήγορα . Έχω και άλλες υποχρεώσεις,» της είπα όταν καθίσαμε σ ένα τραπέζι με θέα το δρόμο έξω. Παρά την αρνητική μου στάση δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Φορούσε ένα στενό ταγιέρ και ένα ζευγάρι μαύρες γόβες που ενώνονταν εντυπωσιακά με δύο λεπτές γάμπες που θα μπορούσαν να χαράξουν διαμάντι...
Ιστολόγιο περιοδικών, επεισοδιακών ιστοριών και ενίοτε απόψεων