Δεν ξέρω αν ήταν μουσική, αλλά σίγουρα κάτι ήθελε να πει και εγώ άκουγα. Τον άκουγα να γρατζουνά μια κιθάρα σε ένα λειψό ρυθμό και με μια τραβηγμένη, γδαρμένη φωνή να ρίχνει τις λέξεις τη μία μετά την άλλη. Ακούγοντας το ένιωθα ότι το μόνο που είχε μείνει σε αυτό τον άνθρωπο είναι η κιθάρα του και αυτή η τσακισμένη φωνή. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε αλλά μιλούσε για πόνο. Πόνο, θλίψη και μελαγχολία. Ο ρυθμός με έπαιρνε, προσπαθούσε να με πείσει ότι υπάρχει κάτι να ακολουθήσω, αλλά η αλήθεια του ξερού ήχου μου έδειχνε τη μοναξιά του. Είχε μείνει μόνος του, με μια κιθάρα που κακομεταχειρίζονταν με τον ίδιο τρόπο όπως και αυτούς που έδιωξε από κοντά του. Μόνος σου πνιγμένος με στο πόνο. Είναι αυτός ένα από τους πιθανούς τρόπους που μπορεί να καταλήξει κάποιος; Να μετρά τη δυστυχία νότα νότα και να τη συγκρίνει με τη τύψη; «Πώς το βρίσκεις;» με ρώτησε ο αδελφός μου καθώς έβγαζε το δίσκο από το γραμμόφωνο. « Πραγματικά σου αρέσει να ακούς κάτι τόσο θλιμμένο Άλεξ; Πάντα νόμιζα ότι η μουσική...
Ιστολόγιο περιοδικών, επεισοδιακών ιστοριών και ενίοτε απόψεων