Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νύχτα στην πόλη

Ήμουν γεμάτος αλκοόλ και απογοήτευση. Ένιωθα πως είμαι στην άκρη ενός δρόμου, κάπου στα μισά της διαδρομής και είχα ξεχάσει εάν έπρεπε να πάω μπροστά ή πίσω. Το στόμα μου με έκαιγε, η ανάσα μου ήταν ξερή και το στομάχι μου σφιγμένο από μία αηδία, μια αναγούλα που συνόδευε τη στιγμή της ξαφνικής επιφώτισης μου. Ήταν κάμποσους μήνες τώρα που έβλεπα ότι υπάρχει γύρω μου να γίνεται τμήμα ενός «τραγικού γεγονότος», μιας «αληθινής» ιστορίας ή μιας κούφιας πραγματικότητας. Για βδομάδες συμπαραστεκόμουν σε κάθε φίλο, αδελφό ή θείο και σε κάθε άρρωστο γνωστό λέγοντας τους ότι όλα θα πάνε καλά και ότι τίποτα κακό δε θα συμβεί και για τις ίδιες βδομάδες ευχαριστούσα το Θεό και κάθε θεία συγκυρία που εγώ δεν έπαθα τίποτα ακόμα. Είχα πάρει ένα στυλό και καθόμουν στο μπαρ, ζωγραφίζοντας το χέρι μου χωρίς να βλέπω τις μουτζούρες που έκανα στο σκοτάδι. Είχα μείνει μόνος. Όλοι όσοι είχαν το τηλέφωνό μου και όλοι όσοι ήξερα είχαν μια δυστυχία ή μία δουλειά να τους κρατάει απασχολημένους μακριά μου. Αλλά δε μπορούσα να τους κρατάω κακία. Εγώ είμαι αυτός που έφυγε πρώτος άλλωστε.
Στα δεξιά μου κάθονται δυο ανήλικες κοπέλες. Έχοντας τη δροσιά και την ορμή ενός φθινοπωρινού χείμαρρου, μιλούσαν δυνατά και έντονα χωρίς να νοιάζονται αν μπορώ να τις ακούσω ή όχι. Η μία είχε ίσια μακριά μαλλιά και κάπνιζε αργά, προσπαθώντας να δείξει μεγαλύτερη από ότι είναι. Η άλλη προτιμούσε να μετρά μέρα με τη μέρα την ηλικία της, έχοντας περιποιημένα ατημέλητα μαλλιά και ένα ζευγάρι μαύρα All-Star που τελείωναν ωραία στα λευκά της πόδια. Βλέποντας τες έτσι, καθισμένες σα τις Μοίρες, αναρωτήθηκα εάν είχαν κάποια τρίτη φίλη στη παρέα που θα έκοβε με το ψαλίδι της το νήμα της ζωής κάποιου γενναίου που θα τολμούσε να  της μιλούσε.
Άρχισα να περπατάω αργά προς τη κατεύθυνση τους χωρίς να το αντιλαμβάνομαι. Κοιτούσα ακόμα τη μεγαλύτερη των δύο. « Θα μπορούσες να μου στρίψεις ένα τσιγάρο;» τη ρώτησα αργά και απαλά. Εκείνη μου χαμογέλασε και φύσηξε το καπνό από το τσιγάρο της στο πρόσωπό μου, συνεχίζοντας να καπνίζει σα να μην της είχα μιλήσει ποτέ. « Δε θέλω τον εγωισμό, ένα τσιγάρο θέλω.» της είπα δυσαρεστημένος αλλά χωρίς να καταφέρω να τη συγκινήσω. Ήμουν έτοιμος να φύγω όταν άκουσα της φωνή της μικρότερης να μου προσφέρει ένα από τα δικά της τσιγάρα. Χωρίς να διστάσω το πήρα και άρχισα να το καπνίζω όρθιος, βλέποντας τη μικρή να με κοιτάζει με ένα κλειστό και μελαγχολικό χαμόγελο.
« Πως είναι;» με ρώτησε.
« Κάπως ελαφρύ, αλλά ότι πρέπει για τώρα. Ευχαριστώ.»
« Δεν εννοούσα το τσιγάρο,» μου είπε εκπλήσσοντάς με. «Ξέρω ποιός είσαι. Θέλω να μου πεις πώς είναι.»
Δίστασα στην αρχή, αλλά τελικά άφησα τα λόγια να βγουν. Δε θα έλεγα ούτως ή άλλως τίποτα πέρα από αλήθειες. « Είναι δύσκολο. Φθάνεις και είσαι κενός, κουρασμένος. Τα μάτια σου είναι κόκκινα και ο λαιμός σου πονά από την ακαμψία. Πείνας αλλά δεν έχεις όρεξη για φαγητό και το νερό δε σε δροσίζει. Είσαι κουρασμένος.»
« Συνέχισε,» με παρακάλεσε αφού έκανα μια παύση για να τελειώσω το τσιγάρο που μου είχε δώσει.
« Θέλω ένα ακόμα τσιγάρο,» της απάντησα.
« Μόνο ένα τσιγάρο;» μου είπε σα να γελούσε. « Θα μπορούσες να είχες τα πάντα για να συνεχίσεις, ότι ήθελες.»
« Δώσε μου ένα τσιγάρο.»
Χωρίς κάποιο συναίσθημα στα μάτια της, η μικρότερη μου έδωσε ένα ακόμα τσιγάρο κρατώντας το ανάμεσα από τα λευκά της δάχτυλα. Το πήρα χωρίς να ακουμπήσω το χέρι της και το άναψα με το βλέμμα της μεγαλύτερης στη πλάτη μου. « Όπως σου είπα, έχεις κόκκινα μάτια και όσο και να πλυθείς, όσο και να κοιμηθείς δε φεύγουν παρά μερικές μέρες αργότερα. Κάνεις ένα μπάνιο για να βγάλεις την ένταση και αισθάνεσαι απίστευτα ελαφρύς σα να μη σε βαραίνει τίποτα από όσα έγιναν. Ύστερα κάθεσαι και προσπαθείς να βρεις κάτι να κάνεις αλλά δεν θες να ξεκινήσεις τίποτα. Σε πιάνουν στιγμές που θες να κλάψεις αλλά το πρόσωπο σου δε μπορεί να πάρει τη σωστή έκφραση και αισθάνεσαι ότι ποτέ σου δε θα νιώσεις ότι και πριν. Στο τέλος αισθάνεσαι ένοχος γιατί ξέρεις ότι θα σου περάσει και ότι θα αρχίσεις και πάλι να χαίρεσαι, με πιο φθηνά πράγματα αυτή τη φορά. Θα γίνεις μια καρικατούρα ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα.»
Όσο μιλούσα την έβλεπα να με κοιτά και να με ακούει προσεκτικά, με το τσιγάρο να χορεύει από τα χείλη της στα δάχτυλα. Ποτέ της δε κοιτούσε τη ώρα και δεν είχε κάποιο κινητό στο χέρι ή στο μπαρ. Ήταν σα να μην είχε γονείς, σα να έμενα σε αυτό το σημείο για πάντα. Τελειώνοντας το μικρό μου μονόλογο και το δεύτερο τσιγάρο, ένιωσα αμέσως την ανάγκη να απομακρυνθώ από αυτή και από το χώρο στον οποία βρισκόμουν.
« Πρέπει να φύγω,» της είπα. « Είναι αργά.»
« Δε θες τίποτα άλλο πριν φύγεις;» με διέκοψε πριν φύγω.
« Μπορώ να έχω ένα ακόμα τσιγάρο;» τη ρώτησα βιαστικός.
« Μπορείς να έχεις ότι θες. Μπορείς να έχεις και εμένα.» μου είπε με ένα πονηρό, μισό χαμόγελο που δεν έδειχνε τα δόντια της.
« Μη με κάνεις να γελάσω,» της είπα κοιτώντας τη στα στήθη. « Ξέρω ότι τίποτα δε μου χαρίζεται.»
Βγήκα στη δροσιά της νύχτας και αμέσως μετάνιωσα που δεν επέμεινα για το τελευταίο τσιγάρο. Είχα αρχίσει να νιώθω πάλι εκείνη την ελαφρότητα, το προοίμιο του τι θα ακολουθήσει. Ήταν σα κάθε βήμα είναι όλο και πιο εύκολο από το επόμενο, σα να μην νιώθω τη πίεση του πεζοδρομίου ή το βάρος μου και σχεδόν ένιωθα μια διαφορά στο πως το αίμα μου κυλούσε σχετικά με πριν. Προσπαθώντας να ετοιμαστώ για την κατάσταση, κάθισα σε ένα παγκάκι λίγα μέτρα μακριά και χωρίς να το καταλάβω πήρα μια πολύ θλιμμένη έκφραση. Είχε μια πολύ ωραία νύχτα και για πρώτη φορά μετά από καιρό μπορούσες να δεις μερικά αστέρια στον ουρανό. Κοιτούσα μία το πεζοδρόμιο και μια τον ουρανό, ψάχνοντας για τα υπόλοιπα, αλλά κατάφερα να βλέπω μόνο τα ίδια τέσσερα, με ένα μίζερο φως που με έκανε να τα σιχαίνομαι. Ίσως εάν γινόμουν αρκετά ελαφρύς να πετούσα σε αυτά και να τα έκλεινα.
Ένα ζευγάρι πέρασε δίπλα μου σφιχταγκαλιασμένο. Ήταν αρκετά ευδιάθετοι και μπορούσες εύκολα να διακρίνεις ότι η σχέση τους ήταν φρέσκια ακόμα, θα ‘χε δε θα ‘χε κάνα μήνα, αλλιώς δε θα χαμογελούσαν με τέτοια ένταση. Όταν με είδαν το χαμόγελό τους έσβησε, σταμάτησαν να αγκαλιάζονται και επιτάχυναν το βήμα τους. Δε τους άρεσε το βλέμμα που τους έριξα μου, ή απλά δεν τους άρεσε να βλέπουν άτομα μόνα τους μες τη νύχτα. Καταλαβαίνοντας ότι ή κατάστασή μου θα μπορούσε να είναι έστω και στιγμιαία μεταδοτική αποφάσισα να πάω σπίτι.
Άνοιξα τη πόρτα και ενστικτωδώς έψαξα με το χέρι να ανοίξω το φώς, αλλά αμέσως κατάλαβα ότι δεν ήταν ανάγκη. Η λάμπα του γραφείου μου ήταν ήδη αναμμένη, και η γυναίκα που την άναψε κάθονταν στη καρέκλα μου, κοιτώντας προς τη πόρτα. Είχε μαύρα μαλλιά μαζεμένα σε ένα επιδέξιο κότσο και φορούσε ένα μαύρο κοντό φόρεμα, ξυπόλητη. Ήταν λες και τα γυμνά της πόδια φώτιζαν το δωμάτιο.
« Καλησπέρα,» μου είπε, χωρίς να αλλάξει στάση.
« Ποιά είσαι;»
« Ξέρω τι θέλεις,» είπε και άρχισε να με πλησιάζει με μικρά βήματα. « Ξέρω τι θες να κάνεις ακόμα και εάν δε έχεις ακούσει ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό να το σκέφτεται.»
« Τι κάνεις;» τη ρώτησα καθώς εκείνη έβαζε το δεξί της χέρι στο στέρνο μου κοιτώντας τη στα μάτια. « Πες το,» μου είπε και άρχισα αμέσως να καταλαβαίνω. Κάθε στιγμή της ζωής μου, κάθε απόφαση και κάθε συγκυρία, κάθε λεπτό μιζέριας και κάθε στιγμή ευτυχίας με είχαν φέρει εδώ. Σε αυτό το σημείο, να κοιτώ αυτή τη γυναίκα στα μάτια, ακούγοντας τη πόλη να εξαφανίζεται γύρω μου.
« Φίλησε με» της είπα χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο. Ένιωσα ζεστό αέρα να βγαίνει από το στόμα της καθώς με φιλούσε, το σώμα μου αποκτούσε πάλι βαρύτητα. Και τότε κατάλαβα ότι η πόλη δεν ήταν πια κοντά μου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk « Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρί...

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πρώτο

7 - People of the Water ( Fylakas 3, Part I) by van612 Έβλεπα τη φωτιά να καίει τα πυρωμένα ξύλα και να τα τρώει, χαράζοντας γραμμές επάνω τους που τα διαχώριζαν σε περίπλοκα σχήματα. Κάθε κόκκινο κομμάτι ξύλου αποκτούσε τα δικά του ποτάμια, και κάθε νησί πάνω του έκαιγε πιο λαμπρό και πιο ζεστό από το επόμενο, σαν να συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα γίνει πρώτο μέρος της λεύκης στάχτης που είχε συσσωρευθεί από κάτω. « Δεν είναι η φωτιά ότι πιο παράξενο έχεις δει;» με ρώτησε ο φύλακας ενώ έκοβε ένα κομμάτι καλαμποκόψωμο. « Είναι κομμάτι από τον Ήλιο αλλά δε δίνει ζωή, μόνο παίρνει. Και είναι τόσο αδύναμη, μπορεί να φύγει με ένα μέτριο αγέρι ή με λίγο νερό.» « Τουλάχιστον ελέγχεται» του απάντησα και ήπια μια γουλιά από το τσάι που μου είχε δώσει. Ήταν νύχτα και είχαμε πλέον απομακρυνθεί αρκετά από την Αλκηστία. Τα δάση είχαν εξαφανιστεί και βλέπαμε για άλλη μια φορά μόνο την έρημο και τη μαύρη νύχτα τριγύρω μας. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι δύο Άβαντες...

Μαθήματα Βιοψίας

Μόλις είχε μπει το φθινόπωρο και η ατμόσφαιρα είχε εκείνη τη γλυκιά ψύχρα που δεν πολυένιωθες στο δέρμα σου αλλά που μπορούσες να μυρίσεις και να καταλάβεις την αλλαγή της εποχής. Υπήρχαν ακόμα μερικά τζιτζίκια που έκαναν θόρυβο και τα χλωρά φύλα των δέντρων κολυμπούσαν στο ελαφρό αεράκι που φυσούσε. Το φεγγάρι έλαμπε γεμάτο και πεντακάθαρο, φωτίζοντας το γυμνό σώμα του ασθενούς όπως ήταν αφημένο πάνω στο βράχο. Του είχαν δώσει ένα ελαφρύ αναισθητικό που είχε πλήρως παραλύσει το σώμα του χωρίς όμως να επηρεάσει τα μάτια του, τα οποία μπορούσαν να δουν αρκετά καθαρά χάρη στο φώς του φεγγαριού. Από από τη προσωρινή παράλυση, η μεγάλη δόση αναισθητικού είχε επίσης προκαλέσει μια ψεύτικη αίσθηση ηρεμίας και ελαφριάς μέθης στον ασθενή ο οποίος έχοντας αφήσει το στόμα του ανοιχτό έκρεε σάλιο σε μεγάλες ποσότητες. « Θύμισε μου τι έχουμε εδώ σε παρακαλώ,» είπε επιβλητικά ο καθηγητής καθώς τοποθετούσε μηχανικά το συλλέκτη σάλιου στο στόμα του ασθενούς. Ήταν ένας άνδρας μεσαίου ύψους, με μια μ...