Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χταπόδια στο Νείλο



Αποφάσισα να γράψω ένα ερωτικό γράμμα . Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο σκοπό ή πρόσωπο στο νου μου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν μια αυθόρμητη απόφαση της στιγμής. Αντίθετα, μου πήρε αρκετό χρόνο για να πάω από την ιδέα στην εκτέλεση και άλλο τόσο για να κάνω τις κατάλληλες προετοιμασίες. Η ιδέα μου είχε έρθει εδώ και τρείς μέρες και η τελική απόφαση πάρθηκε κάπου στις δύο η ώρα το πρωί ενώ προσπαθούσα να κοιμηθώ ύστερα από μια αϋπνία πέντε ημερών. Ενώ είχα κλείσει τα μάτια μου και προσποιούμουν ότι έβλεπα όνειρα , έκανα ένα ξαφνικό «κλακ» με τη στόμα μου, πετάχτηκα από το κρεβάτι., άνοιξα τα φώτα σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού μου, ακόμα και αυτό του φούρνου, και έβαλα το air-condition στη χαμηλότερη θερμοκρασία που μπορούσε να χτυπήσει.
Άρχισα να τριγυρίζω στη κρεβατοκάμαρά μου και να ψάχνω για ένα καλό κομμάτι χαρτί, κάτι που να μην είναι τσαλακωμένο και να μην έχει λερωθεί από στάχτες ή κρασί. Καθώς προσπαθούσα να στριμωχτώ κάτω από το κρεβάτι για να φτάσω ένα ξεχασμένο τετράδιο,, θυμήθηκα ένα πακέτο χαρτί εκτυπωτή με το οποίο είχα καταλήξει πριν κάτι μήνες σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να αγοράσω έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο. Αμέσως έτρεξα στη ντουλάπα και σκάβοντας ανάμεσα από τα παρατημένα ρούχα βρήκα το πακέτο να με περιμένει όπως το είχα αφήσει. Τοποθετώντας στο κέντρο του γραφείου ακριβώς απέναντι από τη καρέκλα μου, το μυαλό μου πήγε στο στυλό που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω. Είχα βρει ένα μπλε Bic αρχικά, αλλά εφόσον πλέον χρησιμοποιώ ένα χαρτί για το οποίο είχε βογκήξει ένας ολόκληρος Αμαζόνιος, θα έπρεπε να το τιμήσω με ένα κατάλληλο εργαλείο γραφής. Ίσως τέτοια ώρα να μη μπορούσα να βρω φτερό χήνας, αλλά ήξερα ότι είχα ένα ακριβό στυλό που μου είχε χαρίσει η αδελφή μου ως δώρο γενεθλίων από αυτά που κάνεις σε κάποιον όταν δεν τον ξέρεις αρκετά καλά ώστε να του δώσεις κάτι περισσότερο. Ψάχνοντας για κάνα τέταρτο ακόμα, βρήκα το πολύτιμο δώρο της αδελφής μου να κείτεται στην άκρη του διαδρόμου γυμναστικής που είχα αφήσει να λειτουργεί χωρίς διακοπή τα τελευταία δύο χρόνια για να μου κρατάει συντροφιά τις νύχτες.
Έχοντας μαζέψει τα κατάλληλα σύνεργα, έκατσα στη καρέκλα και ετοιμάστηκα να αμολήσω τον ερωτικό χείμαρρο που είχα στο μυαλό μου τις τελευταίες τρείς μέρες. Δεν μπορούσα να ξεκινήσω με επιφώνηση γιατί δεν ήξερα σε ποιον θα κατέληγε το γράμμα μου. Αυτό θα ήταν μια απόφαση της τελευταίας στιγμής και δεν ήθελα να επηρεάσει ότι είχε ακολουθήσει πιο πριν. Προτίμησα να ξεκινήσω με κάτι αρκετά απλό και σύντομο. « Σε αγαπώ» έγραψα και έβαλα τελεία. Δεν ήθελα να αφήσω παρερμηνευτώ. Ύστερα από τα πρώτα δύσκολα λόγια, οι λέξεις άρχισαν να κυλούν πολύ πιο εύκολα και τα ορθογραφικά λάθη άρχισαν να με απασχολούν όλο και λιγότερο. Δεν ήθελα να κάνω μουτζούρες και το να αλλάξω χαρτί θα σκότωνε τον ίστρο μου όπως το χαρτί τον Αμαζόνιο. Περιέγραψα τα αισθήματά μου, πως ήταν να μη μπορώ να δω τον παραλήπτη και πως πίστευα πως θα ένιωθα εάν τον έβλεπα έστω και για λίγο. Μίλησα για το πως θα περνούσα το χρόνο μαζί του και πως θα τον έκανα ευτυχισμένο στη κάθε στιγμή του. Δεν έκρυψα λεπτομέρειες και δεν ντράπηκα να του περιγράψω πως ήθελα να παίξω μαζί του και να τον γαργαλίσω πίσω από το αριστερό αυτί καθώς θα ένιωθα τις μικρές τρίχες στο σβέρκο του στο στέρνο μου. Κάπου στα μισά τον έβρισα γιατί ήταν τόσο παθητικός στη σχέση μας και δεν έπαιρνε καμία πρωτοβουλία αφήνοντας πάντα εμένα να κάνω το πρώτο βήμα. Εδώ κάπως δυσκολεύτηκα γιατί δε γνώριζα εάν ο παραλήπτης θα ήταν άντρας ή γυναίκα και έτσι δεν ήξερα εάν έπρεπε να του πω ότι είναι μια τσούλα ή μαλάκας, αλλά κατάφερα να σωθώ τη τελευταία στιγμή και χρησιμοποιώντας τη προστακτική του είπα να πάει να γαμηθεί και να μην μου μιλήσει ποτέ. Αλλάζοντας παράγραφο κατάλαβα πόσο υπεροπτικά και ιδιοτελειακά φέρθηκα στη προηγούμενη και έτσι αποφάσισα να πάρω τα λόγια μου πίσω. Τον παρακάλεσα να γυρίσει πίσω αποδεχόμενος όλο το βάρος του χωρισμού μας και υποσχόμενος ότι θα συμπεριφέρομαι καλύτερα αυτή τη φορά του πρότεινα να πάμε διακοπές οι δυο μας μόνο για να βρούμε τη παλιά μας σχέση. Αποφάσισα να πω και ψέματα ότι είχα ήδη αγοράσει τα εισιτήρια για Σαντορίνη ώστε να φανώ πιο πειστικός και ευγενικός, εάν και ακόμα αναρωτιέμαι αν με το τελευταίο φάνηκα κάπως πιεστικός. « Περιμένω σύντομα να σε δω από κοντά. Αιώνια δικός σου, Αντώνης» έγραψα τελειώνοντάς το με μεγάλη ανακούφιση. Το δίπλωσα προσεκτικά τοποθετώντας το στο συρτάρι του γραφείου μου και έσπασα το στυλό. Δε σκόπευα να γράψω κάτι άλλο και έτσι μου ήταν άχρηστος. Σηκώθηκα από τη καρέκλα και άρχισα να κλείνω ένα ένα τα φώτα του σπιτιού. Το επόμενο κομμάτι του σχεδίου μου ήταν η αποστολή, αλλά έπρεπε να περιμένω μέχρι τις δέκα το πρωί. Έτσι ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι μου και έκλεισα τα μάτια, περνώντας τις επόμενες ώρες απολαμβάνοντας τον ήχο του διαδρόμου όπως διακοπτόταν από τον ήχο του ρολογιού δίπλα μου.
Μετά από είκοσι ένα χιλιάδες τικ του ρολογιού το ρολόι έφθασε στο κατάλληλο σημείο. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, φόρεσα μερικά ρούχα και πήγα στη κουζίνα για να φτιάξω ένα φραπέ. Συνήθως τον κάνω με δύο καφέ δύο ζάχαρη και εφτά με οχτώ παγάκια, αλλά σήμερα χρειάστηκε να προσθέσω ένα Zirtec και μισό Anafranil. Το πρώτο το έχω για τις αλλεργίες της άνοιξης. Το δεύτερο έδωσε ένας γιατρός επειδή έπινα λέει περισσότερο από ότι παλιότερα, είχα αϋπνίες, ανορεξία και δεν είχα καμία διάθεση για συζήτηση. Βέβαια ποτέ δεν σκέφτηκα ότι ίσως αυτός να μου έκοβε την όρεξη και ότι απλά τον σιχαινόμουν πάρα πολύ για να πιάσω κουβέντα μαζί του. Όταν τελείωσα με το ανακάτεμα, έριξα το φραπέ σε ένα πλαστικό ποτήρι, πήρα ένα πορτοκαλί καλαμάκι και έτρεξα στην είσοδο της πολυκατοικίας. « ΤΑΚΗ!» φώναξα όταν είδα τον ταχυδρόμο να ήταν ακριβώς ένα βήμα πριν την εξώπορτα, έτοιμος να φύγει. « Έλα ρε Τάκη και σου ετοίμασα το καλύτερο καφέ που θα έχεις πιεί από τότε που σταμάτησες τις βότκες. Είμαι σίγουρος πως θα θέλεις να κάνεις και τσιγάρο όταν τον τελειώσεις.» Ο ταχυδρόμος με χαιρέτησε και με ευχαρίστησε για τον καφέ αλλά αρνήθηκε να τον πιεί. Επέμενα ότι είχα πολύ δουλειά και έπρεπε να βιαστεί. Ακόμα και όταν του είπα ότι οι κόκκοι ήταν από παράνομη κολομβιανή ποικιλία που είχε φέρει στην Ελλάδα ο ξάδελφος μου κρύβοντας τη στο πρωκτό του για τριάντα έξι ώρες , ο Τάκης αρνήθηκε ακόμα και να τον δοκιμάσει. Χωρίς να έχω άλλη υπομονή πέταξα το πορτοκαλί καλαμάκι στο πάτωμα, έπιασα τον Τάκη από το σβέρκο και άρχισα να σπρώχνω το πλαστικό ποτήρι προς το στόμα του. Δεν ξέρω εάν ήταν τα φάρμακα που είχα βάλει ή ο φραπές που δεν τον άφηνε να πάρει ανάσα, αλλά ο Τάκης μες σε λίγα δευτερόλεπτα είχε πέσει στο πάτωμα αναίσθητος. Χωρίς να χάσω χρόνο, άνοιξα τη τσάντα που είχε μαζί του και έψαξα για τα γράμματα που είχε παραλάβει. Άρπαξα ένα τυχαία και το άνοιξα με προσοχή για για να μη το σκίσω. Πέταξα τα χαρτιά που είχε μέσα και έβαλα το δικό μου. Στη συνέχεια πήρα λίγο από τη κόλλα που είχα στη τσέπη του παντελονιού μου και έκλεισα το γράμμα όπως ήταν πριν την επέμβασή μου. Βάζοντάς το πάλι στη τσάντα του ταχυδρόμου, έτρεξα στο διαμέρισμα μου και διπλοκλείδωσα τη πόρτα. Αμέσως πέταξα το σέικερ και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο από το μπαλκόνι και ξαναξάπλωσα στο κρεβάτι.
Για δέκα μέρες δε σηκώθηκα παρά μόνο για να χρησιμοποιήσω τη τουαλέτα και να παραγγείλω πίτσα από τη πιτσαρία δύο τετράγωνα πιο κάτω. Μερικές φορές άκουσα κάποιον να χτυπά τη πόρτα και φωνάζει ότι εάν με βρει θα με γαμήσει αλλά επειδή ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν ο πιτσαδόρος φρόντισα να μην ανοίξω. Την δέκατη μέρα όμως ένας πιο μαλακός και σταθερός χτύπος ακούστηκε που με έκανε να σηκωθώ από το κρεβάτι και να αρχίσω σιγά σιγά να περπατάω προς τη πόρτα. Την άνοιξα αργά, φροντίζοντας να κρύβομαι πίσω της. « Είναι κανείς εδώ;» με ρώτησε μια ψιλή φωνή περιμένοντας απάντηση. Αφού το σκέφτηκα για ένα λεπτό, έβγαλα το κεφάλι μου και κοίταξα ποιος μιλούσε. Ήταν ένας κοντός και χοντρός άνδρας γύρω στα εξήντα που φορούσε ένα ασπρόμαυρο ριγέ κουστούμι με ασορτί παπούτσια και γραβάτα. Κάτω από σακάκι του είχε ένα ροζ πουκάμισο και είμαι σίγουρος ότι κάπου στη γραβάτα το κάποιος θα μπορούσε να βρει τη χρυσή τομή εάν ήξερε τα σωστά μαθηματικά. « Τι θα θέλατε;» τον ρώτησα απογοητευμένος. Ο γέρος έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από τη τσέπη του, ξερόβηξε και άρχισε να το διαβάζει δυνατά: « Το πρώτο ερωτικό γράμμα το έστειλε η Βασίλισσα Ανκεσεναμούν , κόρη του Ακενατέν και γυναίκα του του αδελφού της Τουτανκαμών, στον Χιτίτη βασιλιά Σιππιλουλιούμα τον πρώτο. “ Ο άνδρας μου πέθανε και δεν έχω γιούς, του έγραψε. Λένε για σένα πως έχεις πολλούς γιούς. Πρέπει να μου στείλεις έναν για να γίνει σύζυγός μου. Δε θέλω να παντρευτώ έναν από τους υπηκόους μου... Φοβάμαι.”
Έπαιξα λίγο με τα μάτια μου και αναρωτήθηκα εάν ο καναπές είχε ακόμα εκείνο το λεκέ από τη σοκολάτα που είχα χύσει πριν δύο χρόνια. « Πέρασε μέσα,» του είπα στο τέλος και έκλεισα τη πόρτα πίσω μου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk « Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρί...

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πρώτο

7 - People of the Water ( Fylakas 3, Part I) by van612 Έβλεπα τη φωτιά να καίει τα πυρωμένα ξύλα και να τα τρώει, χαράζοντας γραμμές επάνω τους που τα διαχώριζαν σε περίπλοκα σχήματα. Κάθε κόκκινο κομμάτι ξύλου αποκτούσε τα δικά του ποτάμια, και κάθε νησί πάνω του έκαιγε πιο λαμπρό και πιο ζεστό από το επόμενο, σαν να συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα γίνει πρώτο μέρος της λεύκης στάχτης που είχε συσσωρευθεί από κάτω. « Δεν είναι η φωτιά ότι πιο παράξενο έχεις δει;» με ρώτησε ο φύλακας ενώ έκοβε ένα κομμάτι καλαμποκόψωμο. « Είναι κομμάτι από τον Ήλιο αλλά δε δίνει ζωή, μόνο παίρνει. Και είναι τόσο αδύναμη, μπορεί να φύγει με ένα μέτριο αγέρι ή με λίγο νερό.» « Τουλάχιστον ελέγχεται» του απάντησα και ήπια μια γουλιά από το τσάι που μου είχε δώσει. Ήταν νύχτα και είχαμε πλέον απομακρυνθεί αρκετά από την Αλκηστία. Τα δάση είχαν εξαφανιστεί και βλέπαμε για άλλη μια φορά μόνο την έρημο και τη μαύρη νύχτα τριγύρω μας. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι δύο Άβαντες...

Μαθήματα Βιοψίας

Μόλις είχε μπει το φθινόπωρο και η ατμόσφαιρα είχε εκείνη τη γλυκιά ψύχρα που δεν πολυένιωθες στο δέρμα σου αλλά που μπορούσες να μυρίσεις και να καταλάβεις την αλλαγή της εποχής. Υπήρχαν ακόμα μερικά τζιτζίκια που έκαναν θόρυβο και τα χλωρά φύλα των δέντρων κολυμπούσαν στο ελαφρό αεράκι που φυσούσε. Το φεγγάρι έλαμπε γεμάτο και πεντακάθαρο, φωτίζοντας το γυμνό σώμα του ασθενούς όπως ήταν αφημένο πάνω στο βράχο. Του είχαν δώσει ένα ελαφρύ αναισθητικό που είχε πλήρως παραλύσει το σώμα του χωρίς όμως να επηρεάσει τα μάτια του, τα οποία μπορούσαν να δουν αρκετά καθαρά χάρη στο φώς του φεγγαριού. Από από τη προσωρινή παράλυση, η μεγάλη δόση αναισθητικού είχε επίσης προκαλέσει μια ψεύτικη αίσθηση ηρεμίας και ελαφριάς μέθης στον ασθενή ο οποίος έχοντας αφήσει το στόμα του ανοιχτό έκρεε σάλιο σε μεγάλες ποσότητες. « Θύμισε μου τι έχουμε εδώ σε παρακαλώ,» είπε επιβλητικά ο καθηγητής καθώς τοποθετούσε μηχανικά το συλλέκτη σάλιου στο στόμα του ασθενούς. Ήταν ένας άνδρας μεσαίου ύψους, με μια μ...