Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι νύχτα που φορέσαμε τις μάσκες 3: Αννέτ, Μέρος Πρώτο




Δύο ολόκληρες σελίδες για ένα καπέλο. Κοντά χίλιες λέξεις για ένα μόνο καπέλο. Πόσο μπορείς να μιλήσεις για ένα καπέλο; Τα καπέλα είναι βαρετά, και ιδιαίτερα τα ημίψηλα. Είναι μόνο ένας φαρδύς σωλήνας με έναν κύκλο για βάση και μια λωρίδα διαφορετικού χρώματος για να κάνει αντίθεση. Τα καπέλα είναι βαρετά. Άμα δεν ήταν, το επάγγελμα του καπελά δε θα είχε εξαφανιστεί.
Οι καπελάδες έχουν εξαφανιστεί γιατι τα καπέλα πλέον φτιάχνονται καλύτερα και πιο γρήγορα στα εργοστάσια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα στην ιστορία της καπελοποιίας. Ένας καπελάς φτιάχνει καλύτερα καπέλα από ότι δέκα εργοστάσια μαζί. Αλλά τα καπέλα είναι βαρετά. Οι καπελάδες σταμάτησαν να φτιάχνουν καπέλα γιατι βαριόντουσαν. Έτσι μηχανές που έφτιαχναν καπέλα δημιουργήθηκαν για να τους αντικαταστήσουν, με απλούς εργάτες να τραβάνε μοχλούς και να επιτηρούν τις μηχανές και να τις κλοτσούν όταν χαλάνε. Αλλα ακόμα και αυτοί οι εργάτες βαριούνται και κάνουν διαδηλώσεις ζητώντας να δουλεύουν λιγότερες ώρες και μακριά από τα καπέλα. Και τότε αυτοί που έχουν τις καπελοφάμπρικες φωνάζουν την αστυνομία. Οι αστυνομικοί έρχονται ( με τα ηλίθια καπέλα τους) και χτυπάνε τους εργάτες επειδή βαριούνται. Αφού οι εργάτες φοβηθούν και σταματήσουν να διαμαρτύρονται, οι άρχοντες της φάμπρικα απολύουν τους αρχηγούς της διαμαρτυρίας  και ζητούν από τους καπελεργάτες να δουλέψουν ακόμα πιο σκληρά και περισσότερες ώρες.   
Σαν να μην έφτανε αυτό, εφόσον τα εργοστάσια φτιάχνουν περισσότερα καπέλα, οι άνθρωποι τα βαριούνται πιο γρήγορα και δε θέλουν να τα αγοράσουν. Έτσι οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων κόβουν τους μισθούς των καπελεργατών για να μειώσουν τις τιμές των καπέλων, μπας και κανένας τα αγοράσει. Τότε οι καπελεργάτες βγαίνουν πάλι στους δρόμους και  κύκλος ξεκινά πάλι, με τους καπελεργάτες να τη πατάνε πάλι, πιο φτωχοί και πιο δαρμένοι από πριν. Και όλα αυτά για τα ηλίθια, βαρετά καπέλα.
« Δε πρόκειται να ξαναφορέσω καπέλο πότε μου,» φώναξε η Αννέτ και πέταξε το ηλίθιο καπελοβιβλίο στο κρεβάτι. Ήθελε να το διαβάσει για να περάσει η ώρα μέχρι να έρθει ο Φρεντ αλλά όχι κι έτσι. Αν αυτός ο γελοίος συγγραφέας ήθελε δύο σελίδες για να περιγράψει το καπέλο του ήρωα, πόσο ήθελε για να περιγράψει το σακάκι του;
Η Αννέτ σηκώθηκε από τη καρέκλα και έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο. Κοντοστάθηκε λίγο στο καθρέφτη και αποφάσισε να πάει στη κουζίνα για να φτιάξει κάτι πρόχειρο.Έκοψε δύο φέτες χθεσινό ψωμί και έβαλε ανάμεσα  λίγο σαλάμι που είχε μείνει από το μεσημεριανό.
Ο Φρεντ έχει φύγει εδώ και μια ώρα και δε θα έρχονταν μέχρι τις δέκα. Πως θα περίμενε να τη βρει άραγε; Στο κρεββάτι με τους πνεύμονες γεμάτους όπιο ή στη πολυθρόνα με το βιβλίο στο χέρι; Εκείνος δεν είχε παρά να περιμένει μέχρι τις δέκα, αλλά εκείνη....εκείνη έπρεπε ζήσει αυτές τις ώρες, έπρεπε να πάρει τις αποφάσεις και να πράξει. Εκείνη ήταν που έφερε την ευθύνη για το που θα βρισκόταν στις δέκα το βράδυ.
Για ποιόν είναι άραγε πιο δύσκολο; Για αυτόν που περιμένει αυτό που θα γίνει ή για αυτός που το πράττει; Ηλίθια ερώτηση. Αυτός που περιμένει το μόνο που κάνει είναι να κρίνει το αποτέλεσμα στο τέλος. Μπορεί να σε μισήσει, να σε θεωρήσει υπεύθυνη για ότι έγινε, να σε πει αδύναμη και ανάξια της προσοχής του. Θα έρθει, θα κάνει αυτές τις σκέψεις και θα πει απαλά: « Δε μπορώ πλέον να μείνω μαζί σου. Είμαι κουρασμένος». Αυτό είναι το μόνο που αρκεί να κάνει.
Και αυτός που πρέπει να φέρει το αποτέλεσμα... Αυτός πρέπει όσο προχωρά να σκέφτεται τις συνέπειες κάθε του πράξης. Πρέπει να είναι αυτός που θα σκεφτεί τις περιπτώσεις και τις επιπτώσεις που περιέχουν. Είναι αυτός που θα μπορούσε να πει: «Μη φεύγεις, σε παρακαλώ. Μείνε. Θα προσπαθήσω πάλι». Και είναι αυτός ο ίδιος που δε θα το πει, επειδή ήξερε ότι έκανε. Ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει και ήξερε ότι τίποτα από αυτά δε του έδινε το δικαίωμα να προφέρει αυτές τις λέξεις.   
Νιώθοντας μία ξαφνική ψύχρα, η Αννέτ κατευθύνθηκε προς το γραφείο, παίρνοντας το σάντουιτς μαζί της. Καθήμενη στη καρέκλα, άνοιξε το συρτάρι στα αριστερά και πήρε την επιστολή που της είχε στείλει η Μύρα. Ήταν γραμμένη σε λευκό, απρόσωπο χαρτί της πιο φθηνής ποιότητας. Δεν χρειάζονταν να το στρέψεις προς το φως για να δεις μέσα από αυτό, αλλά τα μεγάλα, πλουσιοπάροχα γράμματα πάνω του το έκαναν αρκετά παχύ και πιο πλούσιο από οποιοδήποτε χαρτί πολυτελείας.
« Αγαπητή Αννέτ,» έγραφε. « Τη τελευταία φορά που μίλησα με τη διευθύντρια μου είπε ότι τα σημάδια της φυματίωσης έχουν αρχίσει να εξαφανίζονται. Δεν ήξερε τίποτε περισσότερο από ότι της είχε πει ο Φρέντερικ. Προσπάθησα να σε επισκεφθώ αλλά ο Φρέντερικ μου είπε ότι ο γιατρός απαγόρευσε τις επισκέψεις για να μη μεταδοθεί η ασθένεια.
Θα χαρείς να ακούσεις ότι ρώτησα τη διευθύντρια στο νηπιαγωγείο για το αν θα μπορέσεις να επιστρέψεις αφού αναρρώσεις. Ξέρεις πολύ καλά τι στρίγγλα είναι αλλά πιστεύω ότι μου έδωσε μια θετική απάντηση όταν μου είπε «θα δούμε» με εκείνο το γελοίο ύφος που ξέρεις.
Τέλος πάντων, όλοι στο νηπιαγωγείο περιμένουμε να αναρρώσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται και ελπίζουμε να σε δούμε το συντομότερο. Χαιρετίσματα από όλες τι μικρές δεσποινίδες και τους νεαρούς κυρίους, καθώς και από όλες τις συναδέλφους μας,»
Η Μύρα τελείωνε το γράμμα της υπογράφοντας με το όνομά της και δημιουργώντας ένα αίσθημα ανακούφισης στην Αννέτ κάθε φορά που το διάβαζε. Το είχε εδώ και μία βδομάδα και κάθε φορά που ήταν κακόκεφη το διάβαζε. Έτσι, ήξερε ότι μπορεί να επιστρέψει εκεί που ήταν, να αρχίσει τα πράγματα όπως τα είχε αφήσει, σα να μην είχε γίνει κάτι. Ήταν φορές που αυτή η σκέψη της έδινε το περισσότερο θάρρος. Θα ήταν πολύ δύσκολο και κουραστικό να ξαναρχίσει τα πάντα από την αρχή, αλλά γνωρίζοντας ότι όταν όλα τελείωναν είχε κάτι να την περιμένει, κάτι έτοιμο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί μόνη της, χωρίς τη βοήθεια του Φρεντ. Αυτό και η υποστήριξή του ήταν ότι τη βοήθησαν περισσότερο.
Αφού δίπλωσε την επιστολή και την έβαλε πάλι στο συρτάρι, η Αννέτ πήγε στο υπνοδωμάτιο. Αποφάσισε να φορέσει κάτι πιο ζεστό. Το σπίτι ήταν αρκετά κρύο αλλά δεν ήθελε να κάψει πετρέλαιο μιας και ήταν μόνη της. Πήγε στο αριστερό κομοδίνο και άνοιξε το δεύτερο συρτάρι. Πέρα από το παλιά πλεκτή ζακέτα που της είχε αγοράσει ο Φρεντ πριν αρκετό καιρό βρήκε και μια μικρή, μαύρη σφαίρα οπίου να τη περιμένει.
Έμεινε για λίγο ακίνητη, κρατώντας ακόμα το χερούλι του συρταριού, μη μπορώντας να αντιδράσει.  Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει μία κίνηση, μία πράξη που θα επηρέαζε τη βραδιά και τη ζωή της. Το καλό ήταν ότι δεν χρειαζόταν να σκεφτεί πολύ για το τι θα κάνει πλέον.
Πήρε τη σφαίρα, όπως ήταν τυλιγμένη στο χαρτί και την τοποθέτησε επάνω στο κρεβάτι. Το χέρι της παραλίγο να αρχίζε να τρέμει, αλλά η Αννέτ έσφιξε τα χείλη της και απλά το άφησε να τελειώσει τη κίνηση. Ύστερα, πήρε τη ζακέτα για την οποία είχε ανοίξει αυτό το καταραμένο κομοδίνο και τη φόρεσε, αλλά χωρίς να το θέλει γύρισε και πάλι να κοιτάξει το όπιο.
« Μια τόσο μικρή σφαίρα, και με κάνει να τρέμω,» σκέφτηκε. Ίσως αν έκοβε ένα μικρό κομμάτι και έπλαθε το υπόλοιπο σε σφαιρικό σχήμα....Ο Φρεντ δε θα το πρόσεχε. Μια τελευταία φορά και μετά ποτέ ξανά. Θα μπορούσε να το καπνίσει και κάπου αλλού, έξω από το σπίτι για να μην μυρίζει. Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να το ανακατέψει με κάμποσο καπνό. Αυτό θα κάλυπτε τη μυρωδιά και το χρησιμοποιημένο τσιμπούκι. Μία μόνο τελευταία φορά και αν το έκανε σωστό ο Φρεντ δε θα το καταλάβαινε. Η βραδιά θα περνούσε πολύ καλύτερα από τώρα.
Οι σκέψεις αυτές διήρκεσαν για χρόνια στο μυαλό της Αννέτ. Το μυαλό της έγγραφε όλο το σενάριο, όλες τις πιθανότητες και όλα τα αποτελέσματα και η φαντασία της τους έδινε τα πιο έντονα χρώματα που είχε καθώς η ζήλια για τη θολούρα του οπίου μεγάλωνε μέσα της. Μήνες, εποχές ολόκληρες σκεφτόταν το πως θα καπνίσει το όπιο χωρίς να τη βρει ο Φρεντ. Τρεις βδομάδες την πήρε μόνο να ανάψει τη φλόγα, και για άλλους τόσους μήνες απολάμβανε τη πρώτη ρουφηξιά.
Στην εκπνοή, το βλέμμα της γλίστρησε από τη σφαίρα και πήγε προς τα χαρτιά που Φρεντ είχε ρίξει βιαστικά στο κρεβάτι πριν φύγει. Ήταν η ιστορία που έγραφε. Είχε γράψει τη μισή σε μόλις ένα μήνα. Αλλά τώρα είχαν πάει έξι μήνες χωρίς να γράψει. Όποτε ήταν σπίτι περιφερόταν με τα χαρτιά στο χέρι  ψάχνοντας να βρει την επόμενη πρόταση. Και αυτό μόνο όταν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί τους, γιατί το περισσότερο καιρό το ξόδευε στην Αννέτ. Η έμπνευσή του είχε στερέψει, με του που ήρθε να μείνει μαζί του, με το που αποφάσισε να τη βοηθήσει.
                  Με τα κρύα της δάκτυλα, η Αννέτ ακούμπησε τα γράμματα στο χαρτί. Ήταν μία ανθρώπινη ιστορία, της είχε πει. Μία ιστορία για το πως ένα ατομο μπορεί να υπερνικήσει το κόσμο με τη θέλησή του. Ο ήρωας του δεν ήταν δυνατός, ούτε είχε οικονομική ή πολιτική δύναμη. Ο ήρωας θέλησε τον ευατό του νικητή και θα διεκδικούσε ότι ποθούσε. Θα κέρδιζε στο τέλος του βιβλίου, αν φυσικά ο Φρεντ το τελείωνε κάποια στιγμή.
Εντελώς ξαφνικά το δωμάτιο είχε μικρύνει στα μάτια της και η ατμόσφαιρα ήταν πιο ζεστή, γεμάτη υγρασία. Ένιωσε το φως να αδυνατίζει και να αφήνει σκοτεινά σημεία παντού στο δωμάτιο. Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα, δε μπορούσε να αναπνεύσει. Έπρεπε να πάρει αέρα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk « Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρί...

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πρώτο

7 - People of the Water ( Fylakas 3, Part I) by van612 Έβλεπα τη φωτιά να καίει τα πυρωμένα ξύλα και να τα τρώει, χαράζοντας γραμμές επάνω τους που τα διαχώριζαν σε περίπλοκα σχήματα. Κάθε κόκκινο κομμάτι ξύλου αποκτούσε τα δικά του ποτάμια, και κάθε νησί πάνω του έκαιγε πιο λαμπρό και πιο ζεστό από το επόμενο, σαν να συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα γίνει πρώτο μέρος της λεύκης στάχτης που είχε συσσωρευθεί από κάτω. « Δεν είναι η φωτιά ότι πιο παράξενο έχεις δει;» με ρώτησε ο φύλακας ενώ έκοβε ένα κομμάτι καλαμποκόψωμο. « Είναι κομμάτι από τον Ήλιο αλλά δε δίνει ζωή, μόνο παίρνει. Και είναι τόσο αδύναμη, μπορεί να φύγει με ένα μέτριο αγέρι ή με λίγο νερό.» « Τουλάχιστον ελέγχεται» του απάντησα και ήπια μια γουλιά από το τσάι που μου είχε δώσει. Ήταν νύχτα και είχαμε πλέον απομακρυνθεί αρκετά από την Αλκηστία. Τα δάση είχαν εξαφανιστεί και βλέπαμε για άλλη μια φορά μόνο την έρημο και τη μαύρη νύχτα τριγύρω μας. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι δύο Άβαντες...

Μαθήματα Βιοψίας

Μόλις είχε μπει το φθινόπωρο και η ατμόσφαιρα είχε εκείνη τη γλυκιά ψύχρα που δεν πολυένιωθες στο δέρμα σου αλλά που μπορούσες να μυρίσεις και να καταλάβεις την αλλαγή της εποχής. Υπήρχαν ακόμα μερικά τζιτζίκια που έκαναν θόρυβο και τα χλωρά φύλα των δέντρων κολυμπούσαν στο ελαφρό αεράκι που φυσούσε. Το φεγγάρι έλαμπε γεμάτο και πεντακάθαρο, φωτίζοντας το γυμνό σώμα του ασθενούς όπως ήταν αφημένο πάνω στο βράχο. Του είχαν δώσει ένα ελαφρύ αναισθητικό που είχε πλήρως παραλύσει το σώμα του χωρίς όμως να επηρεάσει τα μάτια του, τα οποία μπορούσαν να δουν αρκετά καθαρά χάρη στο φώς του φεγγαριού. Από από τη προσωρινή παράλυση, η μεγάλη δόση αναισθητικού είχε επίσης προκαλέσει μια ψεύτικη αίσθηση ηρεμίας και ελαφριάς μέθης στον ασθενή ο οποίος έχοντας αφήσει το στόμα του ανοιχτό έκρεε σάλιο σε μεγάλες ποσότητες. « Θύμισε μου τι έχουμε εδώ σε παρακαλώ,» είπε επιβλητικά ο καθηγητής καθώς τοποθετούσε μηχανικά το συλλέκτη σάλιου στο στόμα του ασθενούς. Ήταν ένας άνδρας μεσαίου ύψους, με μια μ...