Duel by Pittermilk


« Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι.
« Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...»
« Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.»
« Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια.
« Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.»
Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρίζει στην γυναίκα.
« Ομιλητή,» είπε ο Βασιλιάς ήρεμα. « Τι φέρνεις μαζί σου;»
« Φέρνω τη Διεκδικητή. Ιλάειρα λέγετε, κόρη του Βακχυλίδη, γυναίκα του Αγαθίτη.»
« Και τι γνωρίζεις, κόρη του Βακχυλίδη;»
« Δε γνωρίζω τίποτα. Μόνον διεκδικώ τον Νέο Κύκλο.»
«Δέχεσαι την διεκδίκηση ακόμη και εάν στο τέλος ενωθείς με τη Μητέρα Θάλασσα;»
« Ακόμα και εάν ενωθώ με τη Μητέρα Θάλασσα.»
« Μάλιστα. Είναι οι μάρτυρες έτοιμοι;» ρώτησε ο Βασιλιάς.
« Έτοιμος,» είπε ο Αγαθίτης με μια σκιά στον τόνο του, και απομακρύνθηκε δέκα βήματα προς τα ανατολικά.
« Έτοιμος,» είπα και εγώ ακολουθώντας τον Αγαθίτη.
« Ιλάειρα, το πρώτο βήμα της μεταβίβασης είναι δικό σου,» είπε ο Βασιλιάς κλείνοντας τα μάτια του.
Με το τέλος της πρότασης, η Ιλάειρα όρμησε με εκπληκτική ταχύτητα κατά του Βασιλιά. Όταν η γροθιά της ακούμπησε ακούμπησε το στέρνο του, ο Βασιλιάς άνοιξε τα μάτια και δέχτηκε τη δύναμη της σύγκρουσης παραπατώντας προς τα πίσω. Χωρίς να χάσει την ευκαιρία, άρπαξε την Ιλάειρα από το χέρι και την έσπρωξε χρησιμοποιώντας την ορμή της εναντίον της. Η Ιλάειρα έπεσε στο έδαφος, αλλά αμέσως σηκώθηκε και επιτέθηκε στοχεύοντας το αριστερό πόδι του Βασιλιά, δείχνοντας ότι ήξερε πως δεν μπορούσε να τον νικήσει όσο στεκόταν όρθιος. Αυτός κατάλαβε την πρόθεση της αλλά δε κατάφερε να αντιδράσει νωρίς, πέφτοντας στην άμμο. Η Ιαλείρα συνέχισε την επίθεσή της, πιάνοντας το δεξί χέρι του Βασιλιά και σταυρώνοντας το γύρω από το δικό της ενώ με το άλλο της χέρι ακινητοποίησε το άλλο άκρο του. Με την άμμο στα μαλλιά της να λάμπει από τον ήλιο, τραβούσε το χέρι του με δύναμη που όλο και αύξανε όσο πλήθαιναν οι βρυχηθμοί του από τον πόνο. Χωρίς να αντέχει άλλο, ο Βασιλιάς τέντωσε όλο του το σώμα και κατάφερε να ελαφρύνει την λαβή την Ιλάειρας. Δράττοντας την ευκαιρία, σηκώθηκε όρθιος, πετώντας την Ιλάειρα στην άμμο και απομακρύνθηκε από αυτή, περιμένοντας την να σηκωθεί και προσπαθώντας να πάρει μια ακόμα λαχανιασμένη ανάσα πριν συνεχίσει τη μάχη.
Όταν σηκώθηκε, της επιτέθηκε αμέσως. Όρμησε τα χέρια του σε γροθιές, την μια μετά την άλλη χωρίς να σταματήσει, αλλά η Ιαλείρα ήταν αρκετά γρήγορη και τις απέφευγε πότε ξεφεύγοντας προς τα πλάγια και πότε προς τα πίσω. Σε μία τελευταία αποφυγή, η Ιλάειρα χτύπησε τον Βασιλιά στα πλευρά, ξαφνιάζοντας τον αρκετά ώστε να βρεθεί πίσω του. Με ένα δυνατό χτύπημα στα πόδια τον ανάγκασε να γονατίσει και γρήγορα κλείδωσε τα χέρια της γύρω από του λαιμό του, τυλίγοντας τα πόδια της στη μέση του. Η λαβή έπνιγε τον Βασιλιά ο οποίος όμως δεν έχασε την αυτοσυγκέντρωση του και προσπάθησε να σηκωθεί πάλι όρθιος. Αμέσως μόλις στάθηκε στα δύο του πόδια, έπεσε με τη πλάτη στην άμμο, χτυπώντας την Ιλάειρα με την ορμή από το δικό του σώμα και το δικό της. Για μια ακόμα φορά η Ιλάειρα αναγκάστηκε να αφήσει ελεύθερο το Βασιλιά ο οποίος αμέσως σηκώθηκε και στάθηκε κάτω από τον ήλιο. Όταν η Ιλάειρα σηκώθηκε για μία ακόμη φορά δεν είδε τη κλωτσιά του Βασιλιά που τη χτύπησε με τη φτέρνα του στο στομάχι, πετώντας την αρκετά μέτρα μακρυά και ρίχνοντάς την πάλι στην άμμο. Ο Βασιλιάς την πλησίασε αργά και σκύβοντας από επάνω της άρχισε να πιέζει με τη παλάμη του το λαιμό της.
« Εάν είχες παλέψει τόσες φορές όσες και εγώ θα ήξερες ότι δε πρέπει ποτέ να στέκεσαι απέναντι από τον ήλιο όταν περιμένεις μια επίθεση» της είπες λαχανιάζοντας. « Υποτάξου. Θα ζήσεις. »
« Ιλάειρα!» φώναξε ο Αγαθίτης με πόνο. Τόσην ώρα καθόταν καρτερικά δίπλα μου χωρίς να πει κουβέντα. « Σε παρακαλώ.»
Η Ιλάειρα γύρισε το βλέμμα της προς τα εμάς. Τα μάτια της ήταν γουρλωμένα από την έλλειψη αέρα και άμμος ήταν κολλημένη στο πρόσωπό της από τον ιδρώτα. Κοιτώντας τον Αγαθίτη μια τελευταία φορά, έκλεισε τα μάτια της και σταμάτησε να κινείται. « Υποτάσσομαι,» ψιθύρισε και αμέσως πήρε μια μεγάλη ανάσα.
Ο Βασιλιάς περπάτησε αργά προς το μέρος μας και απευθύνθηκε προς τον Αγαθίτη που ακόμα δε τολμούσε να βοηθήσει τη γυναίκα του. « Θα φύγετε,» του είπε. « Κανείς δε πρέπει να σας δει στη πόλη ή έξω από αυτή. Όταν εγκατασταθείτε αλλού, ξέρεις πως να με ειδοποιήσεις. Ότι χρειαστείτε θα είναι δικό σας.»
« Σε ευχαριστώ, Βασιλιά,» απάντησε ο Αγαθίτης και αμέσως πήγε να βοηθήσει τη γυναίκα του.
« Η δουλειά σου εδώ τελείωσε, ξένε. Επιστρέφουμε πίσω στη πόλη,» μου είπε και χωρίς να μιλήσω άρχισα να τον ακολουθώ.
Μπήκαμε στη πόλη και περπατήσαμε στους δρόμους χωρίς κανένας κάτοικος να δείξει ότι γνώριζε τα γεγονότα των τελευταίων ωρών. Όλοι τους απλά μας χαιρετούσαν όταν περνούσαμε δίπλα τους και συνέχισαν τη δουλειά τους χωρίς να χάσουν χρόνο. Φθάνοντας στο παλάτι ο Βασιλιάς έδωσε εντολές σε ένας από τους φρουρούς να φωνάξει τον Ευχινόστομο και έκατσε κουρασμένος στο θρόνο του. Η φωτιά του βωμού είχε σβήσει. «Τους είδες;» μου μίλησε ενώ καθόμουν όρθιος μπροστά του. « Εάν η Ιλάειρα είχε νικήσει, θα είχε οργανωθεί ολόκληρη γιορτή, με δεκάδες χειραυλιστές και κόρες να καίνε βότανα νίκης. Θα την έλουζαν με ακριβά λουλούδια και την έλεγαν την ελπίδα των Ιχθυάγων.»
Ένιωθα ότι ήθελε να συνεχίσει, αλλά ο ερχομός του φρουρού τον έκανε να σταματήσει. «Ευχινοστόμη, πάρε ρούχα και τρόφιμα για ταξίδι, αρκετά για δύο άτομα. Σε ένα δέκατο ξεκίνα και πήγαινέ τα στη λίμνη όπου τελέσθει η Μεταβίβαση. Ότι βρεις εκεί και ότι μάθεις δε θα το πεις σε κανέναν, ποτέ. Όχι ως καθήκον προς σε μένα, αλλά προς την Ιλάειρα.»
« Μάλιστα Βασιλιά» είπε ο φρουρός και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά απορίας προς στο μέρος μου έφυγε.
« Και τώρα τι γίνεται;» τον ρώτησα.
« Τώρα, συνεχίζω» μου είπε μελαγχολικά. « Πρέπει να διαλέξω ένα νέο Ομιλητή για τους 99 Φρουρούς, και έχω να συνεχίσω ότι άρχισα εδώ και τόσο καιρό. Πρέπει να ανάψω μια φωτιά.»
«Και εγώ πρέπει να επιστρέψω στον Φύλακα.»
« Σου έχω κάτι πριν φύγεις,» μου είπε και έβγαλε ένα μικρό μαύρο σάκο από τη τσέπη του παντελονιού του. « Το ετοίμασα πριν από το τελευταίο τμήμα της Μεταβίβασης. Το εσωτερικό του ανήκει στον Φύλακα. Είναι ένα μήνυμα και ένα δώρο για αυτόν. Ο σάκος είναι δικός σου. Είμαι σίγουρος ότι θα σου χρειαστεί στο μέλλον»
« Σε ευχαριστώ,» του είπα και άρχισα να κινούμαι προς την έξοδο.
« Αν όλα πάνε καλά,» μου είπε και με σταμάτησε. « Αν όλα πάνε καλά, θα σε δω πάλι, στις μέρες που θα έρθουν.» 

Categories:
Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.