Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Δεύτερο


8 - Endless red horizon (Part II) by van612

Το επόμενο πρωί όταν ξύπνησα κατάλαβα πόσο η νύχτα με είχε ξεγελάσει. . Το σκούρο που έβλεπε τη προηγούμενη νύχτα ήταν πλέον μια συλλογή χρωμάτων, με τους Ιχθύαγες να εναλλάσσουν χρώματα δέρματος από βαθύ γαλάζιο σε σκούρο σμαραγδί αλλά να φέρουν το ίδιο γκρι χρώμα ματιών . Ήταν αρκετά ψηλοί, όσο και ο φύλακας, με κοντούς λαιμούς, στενούς ώμους και λεπτά αλλά δυνατά πόδια. Φορούσαν όλοι την ίδια κόκκινη μονοκόμματη στολή, που χωριζόταν στη μέση από μία βαθυπράσινη, φαρδιά ζώνη. Το πάνω μέρος της στολής ήταν ελαφρά φαρδύ, σχεδόν ριχτό και χωρίς μανίκια ενώ το κάτω μέρος στένευε σταδιακά και έφθανε ελάχιστα πιο κάτω από τα γόνατα, αφήνοντας το υπόλοιπο των ποδιών γυμνό. Ο μόνος που διέφερε στην εμφάνιση ήταν ο Αγαθίτης. Ήταν ο μόνος που είχε μαύρα μακριά μαλλιά και μία λεία, μεταλλική επιφάνεια κοσμούσε το αριστερό του χέρι, καλύπτοντας το από το καρπό μέχρι τον αγκώνα.
Αφήνοντας τους Ιχθύαγες στις ετοιμασίες τους, άρχισα να τοποθετώ τα πράγματα μου στο σάκο. Πρώτα έβαλα το μικρό ξύλινο κουτί που μου είχε δώσει ο φύλακας να μεταφέρω. « Να το παραδώσεις στον βασιλιά Χειμώνα τον ίδιο και να το ανοίξεις μόνο όταν ο ίδιος στο ζητήσει,» μου είχε πει επιτακτικά. Φρόντισα να τοποθετήσω κάποια από τα ρούχα μου γύρω του και να βάλω ακριβώς στη μέση του σάκου, ανάμεσα από άλλα ρούχα και τρόφιμα, για προστασία, αλλά και για να το κρύψω.
« Είσαι έτοιμος, ξένε;» με ρώτησε ο Αγαθίτης με ένα αρκετά αγνό ύφος. « Θα ήταν καλό να φύγουμε νωρίς, για να προλάβουμε τη μέρα.»
« Είμαι έτοιμος,» του είπα και έβαλα το σακίδιο στον ώμο μου.
Ακούγοντας την απάντησή μου ο Αγαθίτης προχώρησε μερικά βήματα και στάθηκε μπροστά από τους υπόλοιπους φρουρούς. Ένας δυνατός βόμβος ακούστηκε όταν χτύπησε την μεταλλική επιφάνεια στο χέρι του με το ακόντιο που έκανε τους Ιχθύαγες να σταθούν προσοχή μπροστά του, σταματώντας κάθε άλλη συζήτηση και δραστηριότητα.
« Αδελφοί!» ξεκίνησε ο Αγαθίτης με δυνατή φωνή. « Επιστρέφουμε πίσω με την αποστολή μας ολοκληρωμένη. Ο ξένος θα ταξιδέψει μαζί μας, σαν αδελφός και φίλος, για να συναντήσει τον Βασιλιά, ύστερα από παράκληση του Φύλακα. Χαρείτε αδελφοί, γυρίζουμε πίσω.» Μία σύντομη αλλά δυνατή ιαχή ακούστηκε από τους φρουρούς που δέχονταν καταφατικά τα λόγια του Αγαθίτη, ο οποίος στη συνέχεια γύρισε προς τον φύλακα. « Σε χαιρετούμε, Φύλακα. Ελπίζουμε οι υπηρεσίες μας να σε ευχαρίστησαν.»
« Είμαι αρκετά ευχαριστημένος,» είπε ο φύλακας δυνατά, για να τον ακούσουνε όλοι. « Καλό σας ταξίδι, Φρουροί και γρήγορο σας εύχομαι.»
Ταξιδέψαμε για αρκετές ώρες κάτω από τον κόκκινο ήλιο, εγώ και Αγαθίτης να ηγούμαστε και οι Ιχθύαγες να ακολουθούν. Ήταν λιγομίλητοι και επικοινωνούσαν περισσότερο με νεύματα, εκφράσεις του προσώπου και σήματα των ματιών. Κρατούσαν πάντα τα ακόντιά τους στο δεξί τους χέρι και κάθε τόσο έριχναν ματιές τριγύρω τους σα να περίμεναν να συναντήσουν κάποια απειλή, κάποιον εχθρό που θα τους χτυπούσε από το πλάι, σιωπηλά. Όταν ο ήλιος ήταν μισός στη δύση του ο Αγαθίτης έκρουσε μια ακόμη φορά το μέταλλο στο χέρι του σταματώντας μας. « Θα ξεκουραστούμε εδώ απόψε. Ετοιμάστε τα πράγματα.»
Καθώς οι υπόλοιποι Ιχθύαγες ετοίμαζαν τα προσωρινά κρεβάτια τους ο Αγαθίτης άρχισε να φτιάχνει μια μικρή φωτιά με κάποια ξερόκλαδα που είχε μεταφέρει μαζί του από τη σκηνή του φύλακα. Στην αρχή τα έριξε όλα κάτω άτσαλα και άρχισε να χτυπάει δύο πέτρες μαζί για να βγάλουν σπίθες. Βλέποντας πως αυτό δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα άρχισε να μαζεύει τα ξύλα ένα ένα και να τα τοποθετήσει έτσι ώστε να δημιουργήσει μια πιο στιβαρή, τριγωνική κατασκευή. « Με συγχωρείς ξένε, μα ο λαός μας έχει αφήσει τη γη φλόγα εδώ και καιρό,» μου είπε κοιτώντας με ελαφρά ντροπιασμένος όταν και η δεύτερη προσπάθειά του απέτυχε.
« Μην ανησυχείς,» του απάντησα και άρχισα να μαζεύω πάλι τα ξύλα για να φτιάξω μια κανονική φωτιά. Όσο ετοίμαζα τη φωτιά μερικοί Ιχθύαγες άρχισαν να με παρατηρούν με περιέργεια, κοιτώντας τις κινήσεις μου με προσοχή, σαν να έβλεπαν κάτι αρκετά σημαντικό. Ο Αγαθίτης αντίθετα είχε αρχίσει να συνομιλεί με έναν από τους φρουρούς. Σταδιακά οι κουβέντες τους άρχισαν να γίνονται όλο πιο δυνατές μέχρις ότου ο Αγαθίτης, ως ανώτερος, διέταξε τον φρουρό να σταματήσει και πλησίασε πάλι προς τη μεριά μου.
« Ξένε, θα ήθελα να σε ρωτήσω. Σου έδωσε ο Φύλακας να μεταφέρεις αντικείμενα της ιδιοκτησίας του;»
« Ναι. Μου έδωσε ένα μικρό κουτί, για να το παραδώσω στον βασιλιά σας,» είπα και τόνισα τις τελευταίες λέξεις φοβούμενος μήπως η καταφατική μου απάντηση έφερε αρνητικές επιπτώσεις για μένα ή για το φύλακα.
« Ξένε,» φώναξε ο Αγαθίτης με ένα μεγάλο χαμόγελο. « Δε ξέρεις τι χαρά μας δίνεις. Ο Οδηγητής μας μόλις μου ανέφερε ότι απέχουμε μόνο δύο δέκατα της μέρας από τη πόλη μας.»
« Τόσο λίγο; Είχα την εντύπωση ότι το ταξίδι θα ήταν μεγαλύτερο»
« Μας πήρε τριάντα μέρες να βρούμε τον Φύλακα. Αλλά τώρα μεταφέρουμε ιδιοκτησία του και μας ευχήθηκε γρήγορο ταξίδι,» απάντησε και έπιασε τον αριστερό μου ώμο με το δεξί του χέρι. « Σε ευχαριστούμε ξένε.»
Από τα λόγια του Αγαθίτη, αλλά και από την εντύπωση που τους προκαλούσε η φωτιά, μερικοί Ιχθύαγες άρχισαν να κάθονται διστακτικά δίπλα μου όταν έπεσε η νύχτα. Μαζί τους ήταν και ο Αγαθίτης, που τους είχε φέρει και μερικά αλατισμένα ψάρια για να δειπνήσουν. Κάθε τόσο κάποιος από αυτούς θα με κοιτούσε κάπου κάπου καθώς έτρωγε αλλά θα άλλαζε το βλέμμα όταν τον αντιλαμβανόμουν. Ήταν αρκετά οξύμωρο. Τα ίδια άτομα που πριν λίγες ώρες περπατούσαν με φουσκωμένα στήθη και όπλα, έτοιμοι για μάχη, κάθονταν τώρα αδέξια δίπλα μου, τριγύρω από τη φωτιά σα να φοβόντουσαν ότι θα τους καταβροχθίσει.
« Όρκυνε, παίξε μας λίγη μουσική,» είπε ο Αγαθίτης σε έναν από τους φρουρούς. « Εκείνος μας μάγεψε με τη φωτιά. Ας τον μαγέψουμε εμείς με τις φωνές μας.»Υπακούοντας τις εντολές του Ομιλητή, ο φρουρός έβγαλε ένα μικρό δοχείο από τη ζώνη του και έτριψε τα χέρια του με ένα άγνωστο υγρό που έμοιαζε σα λάδι. Αφήνοντας το δοχείο στο χώμα, ο Όρκυνος μάζεψε τα χέρια του σε ένα παράξενο σχήμα , περιπλέκοντας τα δάχτυλα του κάθε χεριού με το άλλο, και τα έβαλε μπροστά στα χείλη του. Όταν φύσηξε ένας μελαγχολικός ήχος, σα του κοχυλιού, βγήκε από τα χέρια του και κάθε φορά που κουνούσε ένα από τα δάχτυλά του η νότα άλλαζε σχηματίζοντας καθαρές, ολόλευκες μελωδίες. Σιγά σιγά και άλλοι Ιχθύαγες άρχισαν να παίρνουν θάρρος και να σχηματίζουν και αυτοί διαφορετικά όργανα με τα χέρια τους, άλλα να βγάζοντας ψηλές και άλλα χαμηλές νότες. Στο τέλος μια ολόκληρη ορχήστρα δημιουργήθηκε που τραγουδούσε τη θάλασσα και το κύμα και σε ταξίδευε όσο πιο μακριά μπορούσε να πάει η φαντασία σου.
«Μπορείτε να τραγουδήσετε για λίγο ακόμα;» τους ρώτησα αμέσως όταν σταμάτησαν.
« Με συγχωρείς φύλακα,» απάντησε ο Αγαθίτης. « Αυτό ήταν το τελευταίο μας δοχείο με αυλέλαιο.»
« Η μουσική σας ήταν μαγική,» τους είπα με ειλικρίνεια. « Περιμένω να ακούσω ακόμα περισσότερη όταν φθάσουμε στη πόλη σας.»
« Τώρα μόνο άκουσες φρουρούς, απαίδευτους στη τέχνη του χειραυλού. Οι πραγματικοί μας μουσικοί θα είναι αυτοί που θα σου ζεστάνουν τη καρδία.»
Σταματήσαμε να μιλάμε μετά από τα τελευταία λόγια του Αγαθίτη. Όσοι από τους φρουρούς δεν είχαν τελειώσει το φαγητό τους συνέχισαν να τρώνε και να πετάνε τα κόκκαλα από τα ψάρια σε σακούλες που μοιράζονταν ανά ομάδες των τριών. Το δέρμα τους αντανακλούσε τη φωτιά κα δημιουργούσε ένα σώμα αχνού φωτός γύρω από το κύκλο μας, σαν ένα εύκαμπτο ουράνιο τόξο γεμάτο ζεστές αποχρώσεις πράσινου και γαλάζιου. Όσο κουνούσαν τα χέρια τους οι φρουροί τόσο κινούταν η σκιά του φωτός που μας περικύκλωνε και τα χρώματα της αναμιγνύονταν μεταξύ τους δημιουργώντας νέους σχηματισμούς που διαπερνιούνταν μόνο από το φως της Σελήνης, που βρίσκονταν ακριβώς στη μέση του ουρανού όπως κάθε άλλη νύχτα.
Απολαμβάνοντας τις κινήσεις του φωτός, το βλέμμα μου έπεσε στους Ιχθύαγες που δεν είχαν έρθει να κάτσουν μαζί μας στη φωτιά. Τριπλάσιοι στον αριθμό από αυτούς κοντά μου, άλλοι κάθονταν με τη πλάτη γυρισμένη προς τα εμάς και άλλοι μας κοιτούσαν τρώγοντας, με έντονα βλέμματα δυσαρέσκειας.
« Αγαθίτη, γιατί οι υπόλοιποι φρουροί δεν έρχονται κοντά στη φωτιά;» ρώτησα περιμένοντας να πάρω μια ευνοϊκή απάντηση.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk


« Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρίζει στην γυναίκα. « Ομιλητή,» είπε ο …

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Τρίτο

Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για το ιστολόγιο. Ο Pittermilk, ο συνθέτης των μουσικών κομματιών που συνοδεύουν τις ιστορίες του φύλακα αποφάσισε να μαζέψει κάθε ανάρτηση έως και τη σημερινή σε μια μουσική συλλογή. Η συλλογή αυτή συνοδεύεται από μικρές περιγραφές στα αγγλικά για κάθε κομμάτι καθώς και από μερικά σκίτσα εμπνευσμένα από τους ήχουν. Οι συλλογή αυτή διατίθεται δωρεάν και μπορείται να τη κατεβάσετε ή απλά να την ακούσετε εδώ.


9 - King Winter by van612

« Οι Ιχθύαγες δε φοβούνται το σκοτάδι,» μου απάντησε μελαγχολικά. « Τα βράδια βλέπουμε καλά χωρίς φως και ακούμε ακόμα καλύτερα.  Για μας η φωτιά είναι μόνο κάτι που καταστρέφει. Είμαστε λαός που αρέσκεται σε αυτά που έχει. Δε μας αρέσουν τα κόλπα και τα τεχνάσματα του νου. "Το πιο χρήσιμο εργαλείο είναι το σώμα μας", λέει ένα παλιό γνωμικό των γονέων μας.» « Τότε γιατί εσείς κάθεστε μαζί μου στη φωτιά, και γιατί έχετε ακόντια μαζί σας;»  « Διαταγές του Βασιλιά Χειμώνα. Βλέπεις, ο καλός Βασιλιάς έχει αποφασίσει πως ο…

Φύλακας Πρώτο: Φιλοξενία

Αποφάσισα να σταματήσω τις Μάσκες για λίγο καιρό. Χρειάζομαι κάμποσο χρόνο ώστε να καταφέρω να εναρμονίσω τις λέξεις με τα αυτό που έχω στο μυαλό μου. Στο ενδιάμεσο αποφάσισα να αρχίσω να αναρτώ μια άλλη σειρά ιστοριών που πιστεύω ότι κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από τις Μάσκες, θεματικά και ελπίζω εκφραστικά. Για να υπάρχει μια άλλη προσέγγιση σε αυτή τη σειρά κειμένων, ο Pittermilk του Alipasas@Giannena αποφάσισε να συνοδεύσει τα κείμενα μουσικά. Μιας και είναι η πρώτη φορά που επιχειρούμαι κάτι σαν και αυτό, κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο. Καλή ανάγνωση.
Pittermilk - Φύλακας//Μέρος Α by Pittermilk

Ήταν  το μοναδικό μπλε στο απέραντο πορφυρό. Παρ’ όλα αυτά έδενε τέλεια με το πορτοκαλί ήλιο που έδυε και τη κόκκινη άμμο στα πόδια του. Παρατηρώντας τον έτσι, συνειδητοποιώ για πρώτη φορά το πόσο μη ανθρώπινος  μοιάζει. Φοράει  ελαφρά, πάνινα  ρούχα κατάλληλα για το κλίμα της ερήμου και ένα χιτώνα  που καλύπτει όλο του το σώμα και ένα μέρος του προσώπου του. Όλα σε χρώμα σκούρου  …