« Σου έχω πει πως ο προ-πάππους μου ήταν βρικόλακας;» ρώτησα τον Πέτρο σηκώνοντας το μπουκάλι μου για να του δείξω ότι ήθελα μια άλλη.
« Τι, έκλαιγε αίμα και γυάλιζε στον ήλιο;» με ρώτησε ανοίγοντας ένα ακόμα μπουκάλι.
« Όχι βαμπίρ , βρικόλακας. Σηκώθηκε από το τάφο.»
« Για πες» απάντησε. Ήταν αργά και όσοι είχαν έρθει να πιούν ήταν ήδη μεθυσμένοι.
« Ο προ-πάππους μου ήταν στον ΕΛΑΣ,» ξεκίνησα και ήπια μια γουλιά. « Όταν έγιναν τα Δεκεμβριανά βρισκόταν με μια μικρή ομάδα κρυμμένη σε ένα βουνό στη Μάνη και μετά την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν από τους λίγους που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Όταν μονάδες του εθνικού στρατού άρχισαν να τους αναζητούν, η ομάδα του παππού μου κατέβηκε στο πιο κοντινό χωριό και ζήτησαν από τους κατοίκους να τους κρύψουν μέχρι να φύγει ο στρατός. Οι κάτοικοι όμως τους πρόδωσαν και σε μια σύντομη μάχη λίγο έξω από το χωριό ο στρατός τους επιτέθηκε σκοτώνοντάς τους όλους. Ο ιερέας του χωριού αρνήθηκε να τους κηδεύσει γιατί ήταν κομμουνιστές αφήνοντας τους να σαπίσουν στην έρημο. Μόνο μερικοί από τους κατοίκους, που προφανώς είχαν συνείδηση, πήραν το θάρρος και τους έθαψαν σε έναν ομαδικό τάφο. Εάν θυμάμαι καλά ο κοινοτάρχης του χωριού πήρε και επίσημο έπαινο από τον βασιλιά.
Όταν μπήκε ο χειμώνας την επόμενη χρονιά μερικοί βοσκοί άρχισαν να βρίσκουν νεκρά πρόβατα, στεγνά από αίμα. Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν λύκοι, αλλά αργότερα μερικές γυναίκες άρχισαν να μιλούν για μια σκιά που έβλεπαν να περνά έξω από τα σπίτια τα βράδια και μια απίστευτα βρώμικη μυρωδιά που τη συνόδευε.Κανείς βέβαια δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Οι αμερικανοί είχαν φέρει μεγάλες γεννήτριες, κατασκευασμένες στο Ντιτρόιτ που θα παρήγαγαν ρεύμα και θα σκότωναν κάθε σκιά, θα έκαναν κάθε λύκο να φοβάται να πλησιάσει. Πριν όμως το ρεύμα φθάσει στη περιοχή, ο ταχυδρόμος βρέθηκε νεκρός, χωρίς αίμα, και η μικρότερη κόρη του δημάρχου εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω της. Ένας γέρος, εβδομήντα χρονών, είπε στον δήμαρχο ότι στο χωριό υπήρχε ένας βρικόλακας και πως έπρεπε να τον σκοτώσουν. Έπρεπε να πάνε το πρωί, ακριβώς μετά την ανατολή, στον τάφο του νεκρού και αφού ένας παππάς τον διαβάσει τρείς φορές ένας νέος, όχι παραπάνω από δεκαεφτά θα πρέπει να του κόψει τη καρδιά και να τη κάψει. Ο δήμαρχος ήταν τόσο φοβισμένος για τη κόρη του που έκανε ακριβώς ότι του είπε ο γέρος. Πήρε τον ιερέα και τον δεκαπεντάχρονο γιο της πιο φτωχής οικογένειας και πήγαν στον ομαδικό τάφο. Όταν ξεθάψανε τον τάφο, βρήκαν τον παππού να βρίσκεται πάνω από όλα τα άλλα πτώματα, φουσκωμένος από το αίμα και άφθαρτος, λες και δεν είχε θαφτεί ούτε για μια ώρα. Λένε πως όταν ο ιερές άρχισε να διαβάζει την Αγία Γραφή ο προ-πάππους μου άρχισε να ουρλιάζει και να τρέμει, προσπαθώντας να σηκωθεί αλλά ο νεαρός και ο δήμαρχος τον κρατούσαν από τα χέρια. Όταν ο ιερέας τελείωσε ο νεαρός με ένα μαχαίρι έκοψε την καρδιά και την έκαψε σε μια φωτιά που άναψαν και έσβησαν με αγιασμό. Ύστερα γύρισαν σπίτια τους και δε ξαναμίλησαν για αυτό ποτέ τους. Μόνο όταν οι οικογένειες των νεκρών ζήτησαν πίσω τα παιδιά τους, ο δήμαρχος έγραψε στους δικούς μου ότι συνέβη.»
« Και η κόρη του δημάρχου βρέθηκε;»
« Ποτέ. Ο δήμαρχός πέθανε χωρίς ποτέ να μάθει που κατέληξε.»
«Τόσο εύκολα πεθαίνουν οι βρικόλακες;» με ρώτησε ένας άνδρας που κάθονταν δίπλα. Φορούσε σκούρα ρούχα και ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν παρά τη ζέστη που έκανε. Είχε πολύ κοντά μαλλιά και μια κίτρινη σκιά στα μάτια.
« Μια απλή ιστορία είναι, ένα παραμύθι που μου έλεγε ο παππούς μου,» είπα γρήγορα για να μη φανώ προληπτικός.
«Κανένας άνθρωπος δε μπορεί να σκοτώσει ένα βρικόλακα. Πρέπει να είσαι κάτι παραπάνω» συνέχισε σα να μην είχα μιλήσει καθόλου και ύστερα τελείωσε τη μπύρα που έπινε.
« Και από που το ξέρεις αυτό;» τον ρώτησα χαμογελώντας. « Έχεις σκοτώσει κανένα;»
« Εγώ προσωπικά όχι. Ο εργοδότης μου με προτιμά να οπλίζω αυτούς που είναι πρόθυμοι, σαν εσένα.»
« Και ποιός είναι ο εργοδότης σου;»
« Δεν έχει σημασία ποιός είναι, αλλά το τι θέλει να κάνει,» μου απάντησε και ακολουθώντας τη σιωπή μου συνέχισε. « Θέλει να πατήσει ένα κουμπί, ένα απλό κουμπί κρυμμένο μες στον άνθρωπο. Αλλά για να το καταφέρει θέλει ανθρώπους σαν και εσένα, πρόθυμους.»
« Εάν θέλει ανθρώπους για να πατάνε κουμπιά ας βάλει μια αγγελία,» του είπα και αποφάσισα να σταματήσω τη κουβέντα. Είχα αρχίσει να αισθάνομαι περίεργα.
«Πίστεψέ με, οι αγγελίες είχαν δοθεί εδώ και καιρό. Όσοι έχουν κριθεί πρόθυμοι μπορεί να μην είναι έτοιμοι ακόμα αλλά θα είναι όταν οι περιστάσεις τους χρειαστούν,» είπε και άρχισε να με πλησιάζει.
« Τι κάνεις;» τον ρώτησα καθώς σήκωνε το χέρι του και με ακουμπούσε στο μάγουλο. Με κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια και με μία γρήγορη κίνηση με γρατσούνισε στο μάγουλο. « Είσαι τρελός;» του φώναξα και αμέσως πετάχτηκα μακριά του. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να περπατάω γριγρί και έφυγα από το μαγαζί ενώ κρατούσα το μάγουλό μου που ήταν γεμάτο αίμα.
Προχώρησα για αρκετά λεπτά και με κάθε βήμα τα πόδια μου γίνονταν πιο βαριά και το μυαλό μου τριγύριζε. Έπεσα ξαφνικά στα γόνατα και νόμιζα πως είχα σταματήσει να αναπνέω. Ένας τεράστιος, ψιλός βόμβος άρχισε να ακούγεται στα αυτιά μου και τότε άρχισα να νιώθω για πρώτη φορά. Ένιωθα το βάρος της υγρασίας στο δέρμα μου και τον τρόπο με τον οποίο άλλαζε τις μικρές τρίχες στο λαιμό μου. Άκουγα το παλμό μου, το αίμα μου να κυλά ρυθμικά μέσα και να επιταχύνεται με κάθε στιγμή που περνούσε και μύρισα τον ιδρώτα μου, πικρό, καθώς έβγαινα αργά από κάθε πόρο του σώματός μου. « Έχει αρχίσει ήδη,» άκουσα να μου ψιθυρίζει ο ξένος που είχα αφήσει στο μπαρ. «Άσε το να σε πάρει , δε μπορείς αντισταθείς . Άσε το να σε πάρει, και τρέξε.» Όταν τελείωσε να μιλάει, ο βόμβος σταμάτησε μαζί του. Τα γόνατα μου σηκώθηκαν αμέσως από το έδαφος και άρχισα να τρέχω, κάθε βήμα όλο και πιο γρήγορο, κάθε ανάσα και πιο κοφτή. Χωρίς να καταλαβαίνω, αλλά ξέροντας που έπρεπε να φθάσω, έστριβα σε δρόμους και σοκάκια, με τα μάτια μου να βλέπουν μόνο σκιές και θολές εικόνες από ότι νόμιζα ότι ήταν δρόμοι.
Όταν βγήκα έξω από τη πόλη οι αισθήσεις μου άρχισαν να μαλακώνουν. Το βάρος στο δέρμα μου είχε μαλακώσει και τα αυτιά μου είχαν ηρεμήσει από το θόρυβο. Έμεινα για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβω που είμαι και τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά μια ξαφνική αίσθηση κρύου στη πλάτη επιτάχυνε τις αισθήσεις μου για μια ακόμα φορά. Δεν ήταν κάποιος άνεμος που το προκαλούσε και σίγουρα δεν ήταν η νύχτα. Ήταν ένα πικρό κρύο, μια επίθεση κενού, δυσάρεστη σαν θάνατο. Γύρισα προς την κατεύθυνση αυτής της αίσθησης και είδα μια σιλουέτα να πλησιάζει αργά και σίγουρα προς το μέρος μου, προσκαλώντας τη σκοτεινιά να έρθει μαζί της.
« Είσαι καινούριος,» μου είπε με μια φωνή που κόχλαζε μίσος και αρρώστια. Βρώμικος και δύσοσμος με ένα λευκό πρόσωπο, σάπιο από το χρόνο και νύχια μακριά, βρώμικα, έστεκε αφύσικα σα να μην ακουμπούσε στη γη. Με μια φουσκωμένη κοιλιά και ρούχα βρώμικα με κόκκινο ήταν σα μια τρύπα που τραβούσε χρώμα, ζωή και θέληση από τα πάντα. « Ότι μείνει από εσένα θα το κρατήσω. Δώρο για αυτούς που θα στείλουν μετά από εσένα.» μου είπε τείνοντας το χέρι του προς τα μένα. Συνέχισε να φτύνει απειλές και να με βρίζει αλλά δε μπορούσα να τον ακούσω. Ένιωσα το αίμα μου να σταματά και μια έκρηξη συνέβη με κέντρο τη καρδιά μου. Δε μπορούσα να πάρω ανάσα και το το δέρμα μου ήταν ερεθισμένο. Τα κόκκαλα μου άρχισαν να επεκτείνονται και τα χέρια μου σκλήραιναν και γίνονταν πιο δυνατά. Τα μάτια άλλαξαν και με έκανα να βλέπω μορφές και σχήματα αντί για εικόνες. Μην αντέχοντας το πόνο φώναξα, αλλά μόνο ένα ουρλιαχτό βγήκε από το στόμα. Ένας ήχος που έκανε ακόμα και τα φύλλα να σταματήσουν.
« Εβδομήντα χρόνια προσπαθούν να με καταστρέψουν. Νομίζεις ότι ένα κουτάβι σα και σένα θα τα καταφέρει;» είπε η μορφή μπροστά μου αλλά πλέον ήξερα ότι ήταν ο εχθρός μου. Χωρίς να τον αφήσω να ξαναμιλήσει όρμησα εναντίον του. Πολύ αργός για να με αποφύγει, δέχτηκε τα δόντια μου στον ώμο του, η γεύση του πικρή σαν αρσενικό και μοναξιά. Ακίνητος και χωρίς καμία έκφραση με άρπαξε από το λαιμό κα με έριξε στο έδαφος. Του όρμησα ξανά αλλά διαβάζοντάς με απέφυγε και πιάνοντάς με από το χέρι με μια λαβή προσπάθησε να με ακινητοποιήσει. Χωρίς να χάσω χρόνο, άρχισα να να τρέχω και να τον σέρνω μαζί μου. Τρέχοντας σε κύκλους τον έφερα κοντά σε ένα δέντρο και σκαρφάλωσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Όταν έφτασα στη κορυφή τον έπιασα με τα δύο μου χέρια και με δύναμη τον έριξα να πέσει στη γη. Έσπασα ένα από τα κλαδιά του δέντρου και με ένα πήδημα βρέθηκα δίπλα του. Με δύναμη το κάρφωσα στη καρδιά του και αμέσως με συνεπήρε ένα αίσθημα ευχαρίστησης, σα να είχα επιτύχει στη δουλειά που ένας άγνωστος αφέντης μου είχε αναθέσει. Γυρνώντας τη πλάτη στο κουφάρι, κοίταξα στον ουρανό και για πρώτη φορά αντίκρισα την ομορφιά του φεγγαριού όπως το συνόδευε ο ήχος από το θρόισμα των φύλλων. Μεγάλο σα τη θάλασσα, η όψη του με σαγήνευε και με έκανε να το κοιτά υπνωτισμένος.
« Εύκολη δουλειά νομίζεις ότι έχεις, μικρέ,» άκουσα μια φωνή πίσω μου να λέει και στο τέλος της ένιωσα ένα τρύπημα στη κοιλιά μου. « Πλάσματα σα και μένα δεν αρκούνται σε επιπόλαιους θανάτους,» μου είπε και έπεσα στο έδαφος. Αφαιρώντας το κομμάτι ξύλου από το σώμα μου με γύρισε γύρισε προς τη μεριά του.Με το αριστερό του χέρι με ακούμπησε στο μέρος της καρδιά και αμέσως ένιωσα κρύο και απελπισία να απλώνονταν στο στέρνο μου σα σήψη. Αυτή τη φορά δε μίλησε, μόνο με κοιτούσε στα μάτια με την ίδια πίκρα, το ίδιο μίσος ακόμα και στη νίκη του. 

Categories:
Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.