Έφυγα από το σπίτι του Άλεξ κυριευμένος από το πιο άσχημο συναίσθημα που είχα νιώσει εδώ και καιρό. Όσα μου είπε ο Άλεξ ήταν πολύ περισσότερο από ότι περίμενα να ακούσω. Το μόνο που ήθελα αυτό το απόγευμα ήταν να κρατήσω την οικογενειακή παράδοση που εγώ και ο Άλεξ είχαμε. « Θα συναντιόμαστε τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα» είχαμε συμφωνήσει όταν ήμασταν μικροί και ακούγαμε το πόσο απασχολημένοι ήταν οι μεγάλοι και δεν μπορούσαν να περνούν αρκετό καιρό με τους συγγενείς τους. Φυσικά όταν πήραμε αυτό τον όρκο δεν είχαμε υπολογίσει το πόσο διαφορετικοί γίνονται οι άνθρωποι με τα χρόνια και έτσι και οι δύο αρκεστήκαμε στο να βρισκόμαστε μία φορά το μήνα, που αρκετές φορές γινόταν δύο μήνες.
Περίμενα αυτό το απόγευμα να ήταν ένα όπως τα προηγούμενα, με την Άλμα να παίρνει την Αννέτ από το χέρι για να τη βοηθήσει στη κουζίνα και να τη ρωτά στα κρυφά αν ορίσαμε ημερομηνία γάμου. Ο Άλέξ θα μου έδινε ένα ποτήρι ουίσκι, ούτε φθηνό ούτε ακριβό, αλλά αρκετά καλό ώστε να μπορεί κάποιος να το απολαμβάνει τακτικά χωρίς να τον χαρακτηρίσουν μέθυσο. Ύστερα θα καθόταν στη πολυθρόνα απέναντί μου και θα ξεκινούσε το διάλογο λέγοντας: « Δε θα πιστέψεις τι έγινε προχθές στη κλινική..» διακόπτοντας την πρόταση για να πιεί μια γουλιά. Θα συνέχιζε την ιστορία του περιλαμβάνοντας και αρκετούς λατινικούς όρους και θα την άφηνε στη μέση γιατί η Άλμα θα μας φώναζε στο τραπέζι. Πριν σηκωθεί από τη πολυθρόνα θα έπινε ότι απέμεινε στο ποτήρι του μονορούφι και θα με παρακινούσε να κάνω το ίδιο.
Το δείπνο θα ήταν όπως πάντα κάποιο κρεατικό, αρκετά καλοψημένο από τον Άλεξ, συνοδευμένο από μια στρατιά σαλτών, σαλατών και συνταγών για πατάτα από τα χέρια της Άλμα από τα οποία τα περισσότερα θα ήταν καταδικασμένα να μείνουν αφάγωτα . Ο Άλεξ θα επαινούσε το κρασί που είχε διαλέξει για το δείπνο με τέτοιο τρόπο που θα νόμιζε κανείς ότι ωρίμαζε στο μπουκάλι για τρακόσους αιώνες αντί για τρία χρόνια και θα μας έσπρωχνε να το τελειώσουμε όλο αφού ούτως ή άλλως το είχε πληρώσει. Στο τέλος του δείπνου, και αφού η μίξη μέτριου κρασιού και ουίσκι είχε πλέον κοκκινίσει τα μάγουλά του, ο Άλεξ θα άρχιζε να μας μιλά για τα ‘προτερήματα του συζυγικού δεσμού’ και τη ζαχαρώδη ευτυχία τη οποία αυτός και η Άλμα ανέπνεαν και γευόντουσαν καθημερινά.
Συνήθως σε αυτό το σημείο εγώ και η Αννέτ θα παραμέναμε σιωπηλοί και ίσως χαμογελούσαμε για λίγο καταφατικά, χωρίς όμως να πούμε κάτι σημαντικό. Ναι, αρχικά η στάση του Άλεξ για το θέμα αυτό και η προσπάθεια που έκανε για να με βάλει και εμένα στην ίδια κατεύθυνση με εκνεύριζε. Αλλά σύντομα, άλλαξα το τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζα τις παροτρύνσεις του Άλεξ όπως και την όλη αισθητική της μικρής μηνιαίας τελετής στην οποία συμμετείχαμε. Αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είχα αρχίσει να απευαισθητοποιούμαι, πιστεύω ότι ο πραγματικός λόγος ήταν ο αδελφός μου ο ίδιος. Ότι και να έπραττε, είχε καλές προθέσεις και ότι και να έλεγε, το πίστευε ή τουλάχιστον πίστευε ότι ήταν το προτιμότερο ανάλογα με την περίσταση. Ως μεγάλος αδελφός, ο Άλεξ είχε πάντα την αίσθηση ότι έπρεπε να με βοηθά και να με συμβουλεύει, κάτι το οποίο μου ήταν αρκετά χρήσιμο στα παιδικά μου χρόνια. Ο Άλεξ ήταν ο πρώτος που θα ερχόταν να με βοηθήσει όταν έπεφτα και χτυπούσα και πολλές φορές είχε αποδεχθεί την ευθύνη και την τιμωρία των γονιών μας όταν μαζί κάναμε αταξίες. Μου ήταν αδύνατο, λοιπόν, να διαφωνήσω ολοκληρωτικά μαζί του και να του στερήσω αυτή την ιδιότητα, αυτό το αδελφικό δικαίωμα που είχε πάνω μου.
Αλλά αυτό που είδα απόψε δεν ήταν αυτή η αυταρχική και ειλικρινής δύναμη που γνώριζα. Αντίθετα, είδα και μίλησα με το κουρασμένο φάντασμα κάποιου που θύμιζε τον αδελφό μου και ίσως περισσότερο τον πατέρα μου. Μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω πως νιώθει, καταλαβαίνω το βάρος στο στήθος του. Όταν τα πράγματα με τη Αννέτ άρχισαν να παίρνουν το δρόμο που πήραν, αισθάνθηκα τόσο μικρός, εντελώς αδύναμος και ανίκανος για κάθε ενέργεια και πράξη. Ακινητοποιημένος από το φόβο μου, άργησα να πάρω τις αποφάσεις που έπρεπε και έτσι στο τέλος αναγκάστηκα να διαλέξω τη μόνη λύση στη χειρότερη κατάσταση. Δε νομίζω ότι θα απαλλαγώ ποτέ από την αυτή την ευθύνη του λάθους, τη τύψη για την αδράνεια μου.
Ο Άλεξ βιώνει και αυτός την αδράνεια που πηγάζει από το φόβο που προκαλεί η όψη του προβλήματος. Αλλά σε αντίθεση με εμένα δεν έχει κάπου να αρχίσει, δεν έχει κάποιο σημείο του προβλήματος να χτυπήσει. Για εμένα ο εχθρός ήταν ένας, η εξάρτηση της Αννέτ, οπότε αν και αργά ήξερα ότι αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν αν σπάσω την εξάρτηση με κάθε τρόπο που μπορούσα. Αλλά τι τρόπους έχει ο Αλέξ να εξαφανίσει την αργή αποξένωσή του από την Άλμα; Ο εχθρός του δεν είναι κάτι κακό, ούτε άδικο, δεν είναι κάτι κατασκευασμένο για να προκαλεί δυστυχία και να μειώνει τον άνθρωπο. Ο εχθρός του είναι η ζωή η ίδια, η αλλαγή συναισθημάτων και η εξέλιξη μιας σχέσης, οι αναμνήσεις που έχει για αυτή και τα βλέμματα που έχουν σταματήσει συναντιούνται. Μακάρι να μπορούσε να βάλει τη ζωή σε ένα τοίχο και να τη πυροβολούσε, θα ήταν πιο εύκολο για όλους μας.
Ξεχασμένος στις σκέψεις μου παραλίγο να προσπεράσω το  ζαχαροπλαστείο από το οποίο έπρεπε να πάρω τη τούρτα για τα γενέθλια του Φήλιξ. Μιας και ήταν ο μικρότερος της παρέας μας, η Έμμυ αποφάσισε να οργανώσει ένα πάρτι και ζήτησε από την Αννέτ να τη βοηθήσει στο στολισμό. Εμένα μου ανέθεσαν να αγοράσω μια τούρτα σοκολάτα από το συγκεκριμένο εστιατόριο και να ηγηθώ της ειδικής επιτροπής που θα συσταθεί για να αποτρέψει τον Ούγκο από το να μεθύσει και να βάλει φωτιά στο κτίριο με τα καίρια της τούρτας. « Μια αγγαρεία για το καθένα. Εσύ θα πας στον Άλεξ και εγώ θα κρεμάω γιρλάντες όλο το απόγευμα» μου είχε πει η Αννέτ φιλώντας με στο μάγουλο για να με παρηγορήσει. Η επιλογή του ζαχαροπλαστείου βέβαια δεν ήταν βασισμένη στη ποιότητα των προϊόντων. Το κάθε άλλο, η Έμμυ επέλεξε αυτό το ζαχαροπλαστείο επειδή ο Φήλιξ έτρεφε ένα αρκετά ιδιαίτερο και ζουμερό ενδιαφέρον για μια από τις υπαλλήλους εκεί. Εγώ φυσικά ήμουν αυτός που έπρεπε να πω στον πωλητή ότι ήθελα να φέρει τη τούρτα "η νεαρή κοκκινομάλλα με τις ελαφριές φακίδες στη μύτη και το ωραίο χαμόγελο που δουλεύει μόνο Τετάρτες και Παρασκευές” και να φύγω χωρίς να ξεχάσω την απόδειξη.
Μπαίνοντας μέσα ο μαγαζάτορας με χαιρέτησε μονολεκτικά. Δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από εμένα σε ηλικία και φαινόταν αρκετά κουρασμένος , ίσως άυπνος. « Χαίρεται, θα ήθελα να παραγγείλω μια τούρτα γενεθλίων για απόψε το βράδυ,» του είπα βγάζοντας το καπέλο μου.
« Μάλιστα,» είπε βγάζοντας χαρτί και μολύβι από το συρτάρι του πάγκου του. « Έχετε σκεφτεί κάτι συγκεκριμένο;»
« Φυσικά, σκεφτόμουν να είναι τούρτα σοκολάτας με δύο κύριες στρώσεις. Μια στρώση σοκολάτας γάλακτος και μίας μαύρης σοκολάτας από επάνω. Επίσης θα ήθελα να είναι τετράγωνη και να γράφει ¨Χρόνια Πολλά Φήλιξ¨ με μεγάλα κόκκινα γράμματα. Κατά τα άλλα μπορείτε να τη καλλωπίσετε όπως θέλετε εσείς, αρκεί να φαίνεται πλούσια.»
« Σε τι γεύση θα θέλατε να είναι τα γράμματα; Σε κόκκινο διαθέτουμε κεράσι και φράουλα.»
« Δεν έχω κάποια προτίμηση. Εσείς τι θα βάζατε;» ρώτησα τον μαγαζάτορα.
« Είναι ο εορτάζων παντρεμένος, δεσμευμένος ή ελεύθερος ;»
« Ελεύθερος» είπα απορημένος.
« Θα βάλω κεράσι τότε,» μου απάντησε με ένα πονηρό χαμόγελο.
« Ωραιότατα,» του είπα προσπαθώντας να βρω τις λέξεις για την επόμενη απαίτησή μου. « Γνωρίζω ότι εργάζεται μια κοκκινομάλλα δεσποινίδα εδώ. Θα το προτιμούσα εάν η παράδοση γινόταν από εκείνη.»
« Μπορώ να ρωτήσω το λόγο για αυτήν την απαίτηση;»
«Τίποτα το ιδιαίτερο. Απλά την εμπιστεύομαι από παλαιότερες παραγγελίες,» απάντησα, ελπίζοντας ο μαγαζάτορας να αρκεστεί σε μια απλή δικαιολογία.
« Σας ρωτάω γιατί είμαι αρραβωνιασμένος με τη συγκεκριμένη δεσποινίδα και τέτοιες απαιτήσεις από πελάτες σαν και εσάς μου φαίνονται τουλάχιστον περίεργες» είπε ο μαγαζάτορας αλλάζοντας εντελώς το τόνο του.
« Εντάξει, θα σας πω τι τρέχει,» του είπα αμέσως. Αν περιέπλεκα τα πράγματα μπορεί να μην δεχόταν να έφτιαχνε ούτε καν τη τούρτα. « Ο φίλος μου που έχει γενέθλια ενδιαφέρεται αρκετά για την αρραβωνιαστικιά σας, χωρίς όμως να την έχει ποτέ γνωρίσει ή να ξέρει την οικογενειακή της κατάσταση. Γνωρίζοντας τα συναισθήματά του αποφάσισα από, μόνος μου, με πρόσχημα τη τούρτα να τους δώσω την ευκαιρία να γνωριστούν στο πάρτι για τα γενέθλια του.»
« Μάλιστα,» απάντησε ο μαγαζάτορας με μια σκληράδα στα μάτια ενώ δίπλωνε το χαρτί με τη παραγγελία . « Σας ευχαριστώ για την ειλικρίνεια που δείξατε. Θα παραδώσω τη τούρτα το αργότερο στις εννέα και μισή.»
« Σας παρακαλώ, σκεφτείτε το λίγο,» συνέχισα επικαλούμενος κάθε θεό του αδυνάτου και τον αρσενικό εγωισμό του μαγαζάτορα. « Αν αφήσετε την αρραβωνιαστικιά σας να κάνει τη παράδοση βγαίνουμε και οι δύο κερδισμένοι. Πρώτον, εγώ έχω ευχαριστήσει τον φίλο μου. Έπειτα εσείς μαθαίνεται τα αληθινά αισθήματα της αρραβωνιαστικιά σας. Αν απορρίψει τον φίλο μου εύκολα και γρήγορα τότε θα ξέρετε ότι πραγματικά σας αγαπάει.»
« Και εάν δεν τον απορρίψει;» με ρώτησε με το αριστερό του μάτι να λάμπει.
« Τότε δε πιστεύω να θέλετε να περάσετε τη ζωή σας με μια γυναίκα που θα σας άφηνε τόσο εύκολα, » του απάντησα με σταθερή φωνή και ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν εάν θα πιστέψει τις μπούρδες μου.
« Εντάξει,» είπε ο μαγαζάτορας αφού πέρασε κάποιες στιγμές ζυγίζοντας εμένα και την πρόταση μου. « Θα της πω να φορέσει κάτι περιποιημένο.»
Φεύγοντας από το ζαχαροπλαστείο δε μπορούσα παρά να είχα ένα αρκετά φουσκωμένο αίσθημα ικανοποίησης ανακατεμένο με λίγη αισιοδοξία για το πως θα κυλήσει η βραδιά. Ήταν κάτι που χρειαζόμουν μετά την συνάντηση με τον Άλεξ ούτως ή άλλως. Φυσικά, η μίξη αυτών των συναισθημάτων δε κράτησε για πολύ, εξαφανίστηκε όταν ένιωσα το χέρι της Μελπομένης στον ώμο μου.

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.