Δεν ξέρω αν ήταν μουσική, αλλά σίγουρα κάτι ήθελε να πει και εγώ άκουγα. Τον άκουγα να γρατζουνά μια κιθάρα σε ένα λειψό ρυθμό και με μια τραβηγμένη, γδαρμένη φωνή να ρίχνει τις λέξεις τη μία μετά την άλλη. Ακούγοντας το ένιωθα ότι το μόνο που είχε μείνει σε αυτό τον άνθρωπο είναι η κιθάρα του και αυτή η τσακισμένη φωνή. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε αλλά μιλούσε για πόνο. Πόνο, θλίψη και μελαγχολία. Ο ρυθμός με έπαιρνε, προσπαθούσε να με πείσει ότι υπάρχει κάτι να ακολουθήσω, αλλά η αλήθεια του ξερού ήχου μου έδειχνε τη μοναξιά του. Είχε μείνει μόνος του, με μια κιθάρα που κακομεταχειρίζονταν με τον ίδιο τρόπο όπως και αυτούς που έδιωξε από κοντά του. Μόνος σου πνιγμένος με στο πόνο. Είναι αυτός ένα από τους πιθανούς τρόπους που μπορεί να καταλήξει κάποιος; Να μετρά τη δυστυχία νότα νότα και να τη συγκρίνει με τη τύψη;

«Πώς το βρίσκεις;» με ρώτησε ο αδελφός μου καθώς έβγαζε το δίσκο από το γραμμόφωνο.

« Πραγματικά σου αρέσει να ακούς κάτι τόσο θλιμμένο Άλεξ; Πάντα νόμιζα ότι η μουσική πρέπει να είναι κάτι χαρούμενο. Η μουσική είναι η μόνη τέχνη που επικαλείται μόνο το τη συναισθηματική πλευρά του ανθρώπου...»

«Το συναίσθημα;»

« Ναι. Αν διαβάζεις ένα διήγημα ή αν παρακολουθείς ένα θεατρικό μπορείς να δεις τη λογική πίσω του. Κρίνεις τους χαρακτήρες και τις πράξεις τους. Μπορείς να πεις ‘αυτός ο χαρακτήρας είναι απαίσιος’ ή ‘ αυτό που έκανε ήταν ηλίθιο’. Μπορείς να έχεις γνώμη τέλος πάντων. Η μουσική όμως διαφέρει. Δεν έχεις ήρωες, δεν υπάρχει κίνηση. Είσαι μόνο εσύ, ο ακροατής, και ο μουσικός που σου δίνει τις νότες πηγαίνοντάς σε από τη μία αίσθηση στην άλλη. Σε βάζει να χορέψεις με τη γυναίκα σου, σε κάνει να λαχανιάζεις κρατώντας το ιδρωμένο χέρι της ή σε αφήνει να μυρίζεις το άρωμά της καθώς της έχεις πιάσει τη μέση, χορεύοντας τον πιο αργό ρυθμό. Σου θυμίζει το καλοκαίρι που τη γνώρισες και τις πιο ωραίες στιγμές που πέρασες μαζί της. Σου δείχνει τις καλές στιγμές.»

« Και κάποιες φορές σου δείχνει τις άσχημες,» μου απάντησε αμέσως ο Άλεξ, χωρίς να περιμένει. « Σου θυμίζει το πόσο δύσκολο είναι να είσαι με άλλους ανθρώπους και πόση από τη ζωή σου δεν μπορείς να ελέγχεις. Τονίζει τη μοναξιά και το βάρος που σε βυθίζει σε αυτή. Θυμάσαι την αποφοίτησή μου Φρεντ; Εννέα χρόνια, εννέα ολόκληρα χρόνια σπουδών για ένα πτυχίο. Ήμαστε τόσο χαρούμενοι όσοι αποφοιτούσαμε. Μετά τη τελετή μαζευτήκαμε στον κοιτώνα και ανοίξαμε ένα μπουκάλι κρασί που είχαμε αγοράσει όλοι μαζί. Είχαμε μαζέψει χρήματα για να πάρουμε το πιο παλιό και πιο ακριβό γαλλικό κρασί που μπορούσαμε να βρούμε. Όπως καταλάβαμε βέβαια εκείνη τη μέρα, ο τύπος από τον οποίο το αγοράσαμε μας είχε ξεγελάσει. Το κρασί ήταν χειρότερο από ζαχαρωμένο ξύδι. Φυσικά εμείς ήμασταν τέτοια ζώα που το ήπιαμε, η αξία σκεφτήκαμε δεν ήταν στο αντικείμενο αλλά στη πράξη, στην ιδέα. Μες στη νιότη και τον ενθουσιασμό μας το τίποτα δε μπορούσε να μας αποθαρρύνει. Για χρόνια διηγούμαι αυτή την ιστορία και γελάω μερικές φορές, αλλά δεν είναι μόνο αυτό που θυμάμαι από εκείνη τη μέρα.

Καθώς επέστρεφα σπίτι και με αρκετό από το κρασί-κάτουρο μέσα μου, σκεφτόμουν πως πλέον είχα μεγαλώσει και πως τώρα θα έπρεπε να είμαι κύριος του εαυτού μου. Τα πόδια μου τρέκλιζαν, οι μασχάλες μου μύριζαν ιδρώτα και αλκοόλ και τα αυτιά μου ακόμα βούιζαν από το φωνές και τη μουσική που μόλις είχαν σταματήσει. Μες σε αυτές τις σκέψεις και τη ζαλάδα είδα από μπροστά μου να περνούν μερικοί εργάτες. Ήταν υπάλληλοι ενός θεάτρου που βρισκόταν στο δρόμο που περνούσα και μετέφεραν τα ζωγραφιστά σκηνικά και τα ψεύτικα έπιπλα από το χώρο του θεάτρου σε μια φορτάμαξα παρκαρισμένη στην άλλη άκρη. Στάθηκα εκεί για κάμποσο, βλέποντας τους εργάτες να μεταφέρουν τμήματα ψεύτικης, εικονικής ζωής. Δε μετέφεραν απλά ζωγραφιές και ξύλα. Μετέφεραν ιδέες και απόψεις για τη ζωή, αισθήσεις και καταστάσεις. Η εικόνα αυτή μου έδωσε να καταλάβω τι πραγματικά έγινε εκείνη τη μέρα. Δεν αποφοιτούσα απλά, δεν έπαιρνα ένα χαρτί. Εκείνη τη μέρα η ζωή με απάλλαξε από τα γνωστά προβλήματα και μου έφερνε άλλα άγνωστα και ασύλληπτα. Μου έλυνε τα χέρια, με τοποθετούσε μακριά από το γονικό δεσμό, αλλά με άφηνε από το λουρί χωρίς να ξέρω αν μπορώ να διαλέξω μια κατεύθυνση μόνος μου. Έβλεπα τους εργάτες να μεταφέρουν τη παλιά μου ζωή, τη ζωή του βιβλίου για την οποία η απάντηση στο κάθε πρόβλημα είναι απλά περισσότερο διάβασμα ή περισσότερη υποταγή στο λόγο του γονέα. Με έβγαζαν από αυτή τη ζωή και μου έφερναν μια νέα κατάσταση, με νέες έγνοιες τις οποίες δεν γνώριζα και τις οποίες δεν ήξερα πως να προσεγγίσω. Ήμουνα για πρώτη φορά μόνος.»

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον αδελφό μου να είναι τόσο θλιμμένος. Τον έχω δει στεναχωρημένο και αγχωμένο αλλά αυτή τη φορά ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε ήταν σχεδόν καταθλιπτικός. « Άλεξ, τι έχεις;» του είπα. « Δεν σε έχω ακούσει άλλη φορά να μιλάς έτσι...»

« Νιώθω ότι όλα φεύγουν. Νιώθω....θυμάσαι τότε που πρωτογνώρισα την Άλμα; Θυμάσαι όταν παντρευτήκαμε ; Θυμάσαι ότι η μητέρα της είχε αστειευτεί λέγοντας πως ήμασταν το πρώτο ζευγάρι που έβλεπε να συμπεριφέρεται το ίδιο μετά το γάμο όπως και πριν; Το έχουμε χάσει αυτό Φρεντ. Ότι είχαμε άρχισε να φεύγει εδώ και καιρό χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε. Πριν λίγο καιρό γύρισα αργά στο σπίτι και η Άλμα είχε ήδη πέσει για ύπνο. Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο την είδα να κοιμάται και σκύβοντας πάνω της για να την σκεπάσω είδα κάτι που είχα ξεχάσει εδώ και καιρό. Είδα πόσο όμορφη είναι, και πόσο δεν έχει αλλάξει σε αντίθεση με μένα. Έμεινα για λίγο σκυμμένος έτσι πάνω της, κοιτώντας την, αλλά κοιμόταν ελαφρά και κατά λάθος την ξύπνησα. Χωρίς να προλάβω να της ζητήσω συγγνώμη μου είπε δύο λέξεις και με σκότωσε. « Θες σεξ;» με ρώτησε . Θες σεξ, λες και με ρωτούσε τη σαλάτα ήθελα για το φαγητό. Τον πρώτο καιρό δεν μιλούσαμε καν. Καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον από τις κινήσεις και τις εκφράσεις. Ήξερα πότε ήταν χαρούμενη γιατί κουνούσε τα δάχτυλα των ποδιών της. Το καταλάβαινα όταν ήταν αγχωμένη γιατί έπαιζε με τα μαλλιά της. Ήξερα που με ήθελε να την ακουμπήσω επειδή το ένιωθα στο δέρμα μου. Αποφασίζαμε χωρίς να μιλάμε. Και τώρα με ρωτούσε αν ήθελα σεξ, μόνο και μόνο επειδή στεκόμουν δίπλα της τη νύχτα. Πότε έγινα τόσο αδιάφορος και ενοχλητικός Φρεντ; Πότε έγινα η επόμενη ενόχληση που διακόπτει τον ύπνο της;»

Ο Άλεξ ήθελε να συνεχίσει, αλλά ο ερχομός της Άλμα στο δωμάτιο τον διέκοψε. Κρατούσε την ανιψιά μου στα χέρια και στο μπράτσο της είχε μερικά παιχνίδια της μικρής.

« Συγγνώμη που σας διακόπτω αλλά πρέπει να πεταχτώ στης μητέρας μου. Άλεξ, θα προσέχεις τη Λίλυ μέχρι να γυρίσω; Επίσης, Φρεντ, άφησα το κρέας στο ψυγείο, πίσω από τα ψάρια. Μη ξεχάσεις να το πάρεις πριν φύγεις.»

Μόλις η Άλμα έφυγε ξεκίνησα αμέσως να μιλάω στον αδελφό μου. « Δε πρέπει να τα βλέπεις όλα τόσο άσχημα. Πιστεύω ότι απλά περνάτε μια βαρετή περίοδο . Λογικό είναι μετά από τέσσερα χρόνια γάμου να υπάρχει μια σχετική τριβή, μια φθορά. Ο ερχομός της μικρής δε βοηθά επίσης. Δεκαεννέα μήνες τώρα η Άλμα και εσύ τρέχετε πάνω κάτω με το μωρό, είστε και οι δύο αρκετά κουρασμένοι για να δώσετε προσοχή ο ένας στον άλλον. Αλλά ακόμα είστε οι ίδιοι άνθρωποι. Είμαι σίγουρος ότι σε λίγο καιρό τα πράγματα θα είναι όπως πρώτα.»

Ήθελα πραγματικά να πιστέψω αυτά που έλεγα, αλλά ήξερα ότι δεν ήταν βασισμένα πουθενά. Προσπαθούσα απλά να ελαφρύνω την ψυχολογία του Άλεξ, τόσο για μένα όσο και για εκείνον.

« Πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά;» με ρώτησε ενώ κρατούσε τη Λίλυ στην αγκαλιά του. « Και τι γίνεται με εσένα και την Αννέτ ; Πως θα πράξεις εσύ όταν έρθεις στη θέση μου; Σε ρωτώ γιατί εγώ βρίσκομαι εκεί και ξέρω τι συμβαίνει. Τι θα κάνεις Φρεντ;»

«Πως νομίζεις ότι ένιωθα τους τελευταίους έξι μήνες;» άρχουσα να του απαντάω με ειλικρίνεια αυτή τη φορά. « Έπρεπε να ζήσω με αυτό το πλάσμα που είχε το σώμα της Αννέτ. Αυτό το γεννημένο από το όπιο μηχανισμό που είχε σιωπήσει κάθε τι που έκανε το σώμα αυτό το σώμα της γυναίκας που ήξερα. Η Αννέτ τότε δεν ήταν κάτι που ποθούσα. Αντίθετα ήταν κάτι που δεν ήθελα και κάτι που με έκανε να αισθάνομαι αρκετά άσχημα όποτε το έβλεπα. Παρόλα αυτά, ήξερα ότι η Αννέτ βρισκόταν ακόμα εκεί και ότι έπρεπε να κάνω το καθετί δυνατό ώστε να τη φέρω πίσω. Να τη βοηθήσω να ξαναβρεί τον εαυτό της. Όπως βλέπεις τα κατάφερα, τα καταφέραμε και οι δύο. Η Αννέτ είναι πλέον απεξαρτημένη και έτοιμη να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε. Για έξι μήνες περάσαμε ότι χειρότερο μπορούσε να περάσει κάποιος και καταφέραμε να βγούμε βγούμε όπως ήμασταν πριν. Για αυτό πιστεύω ότι η σχέση σου με την Άλμα θα συνεχίσει και θα γίνει καλύτερη, αν το έκανα εγώ και η Αννέτ, τότε μπορείτε και εσείς.»

« Δεν είναι κάποια κατάχρηση που σκοτώνει την σχέση μου με την Άλμα, Φρεντ. Δεν είναι κάτι εξωτερικό στη σχέση μας που έχει αρχίσει να εισβάλει. Είμαστε εμείς οι ίδιοι που τη φθείρουμε, ο τρόπος που μεγαλώνουμε, ο τρόπος που αλλάζουμε. Ο τρόπος μου γίνομαι βαρετός και ανύπαρκτος.»

Η φωνή τη Λίλυ που ήθελα να την αφήσει στο πάτωμα τον έκανε να σταματήσει. Χαμογελώντας με θλιμμένα μάτια ο Άλεξ άφησε την μικρή και κάθισε και αυτός. Πήρε μια κουδουνίστρα και άρχισε να τη κουνά πάνω από το κεφάλι της Λίλυ. Η μικρή άρχισε να γελά και να την κυνηγά με τα χέρια τη. Ήταν αυτά τα παιδικά γέλια που συνόδευσαν ότι μου είπε ο Άλεξ. « Ένας συνάδελφός μου στη κλινική μου έδωσε ένα σύγγραμμα που εξέδωσε κάποιος Δαρβινιστής στην Αγγλία. Υποστηρίζει ότι τα συναισθήματα μεταξύ ανθρώπων δεν είναι προέρχονται από το νου ή από την ψυχή αλλά από τη σαρκική πλευρά του ανθρώπου. Είναι ένα ακόμα είδος ενστίκτου, έμφυτο στον άνθρωπο που το προσφέρει ένα ακόμα εξελικτικό πλεονέκτημα. Ο κύριος αυτός από την Αγγλία πιστεύει πως ότι νιώθω για το παιδί μου δεν είναι παρά ένας άδειος μηχανισμός, και φοβάμαι πως έχει δίκιο.»

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.