Pittermilk - Φύλακας Μέρος Γ by Pittermilk
 
  Το επόμενο πρωινό, όταν ξύπνησα είδα ότι ο φύλακας είχε ήδη μαζέψει τη σκηνή του και είχε ετοιμαστεί για το ταξίδι. Μία τρομακτική έκπληξη με περίμενε όταν συνειδητοποίησα ότι ο κύβος είχε εξαφανιστεί χωρίς κανένα ίχνος. Για τρεις μέρες σκίαζε τη δεξιά πλευρά της σκηνής και τώρα ούτε τα ίχνη του στην άμμο δεν είχαν μείνει.
   « Που είναι ο κύβος;» φώναξα δυνατά.
   « Ποιος κύβος;» με ρώτησε αφηρημένα η Λυκία καθώς μάζευε τα πράγματά της.
   « Φύλακα, που πήγε ο κύβος; Χθες ήταν ακριβώς εδώ» ρώτησα τον φύλακα, ενώ έδειχνα με το χέρι μου το σημείο όπου ο κύβος κείτονταν εδώ και τρεις μέρες.
   « Πρέπει να φύγουμε φιλοξενούμενε, το ταξίδι μας είναι μακρύ και πρέπει να προλάβουμε τη νύχτα» μου απάντησε ο φύλακας με ένα τόνο επίπληξης που με έκανε να καταλάβω ότι δεν θα με άφηνε να ρωτήσω τίποτα περισσότερο. Απογοητευμένος και θυμωμένος, μάζεψα το στρώμα μου μαζί με τα υπόλοιπα πράγματά, και ακολούθησα όπως και η Καρυστία και η Λυκία το φύλακα.
   Το ταξίδι μας, όπως είναι αναμενόμενο για ένα ταξίδι μες στην έρημα, ήταν αρκετά μονότονο, με το ίδιο κόκκινο τοπίο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Ευτυχώς για εμάς η ζέστη δεν ήταν έντονη, και ο ήλιος, ο οποίος παρέμενε πάντα κοντά στη δύση του, έκαναν τις συνθήκες του ταξιδιού κάτι παραπάνω από ανεκτές. Η σιωπή ήταν το κύριο θέμα των συζητήσεων μας, και το μόνο που την έσπαγε ήταν κάποια λόγια που κατά καιρούς αντάλλαζαν οι δύο Άβαντες μεταξύ τους.
   Λίγο πριν ο ήλιος δύσει οριστικά και η νύχτα τον διαδεχτεί, αποφασίσαμε να σταματήσουμε για τη νύχτα. Είχαμε ήδη καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, και όπως η Καρυστία ανέφερε, με τον ρυθμό που είχαμε θα φτάναμε στη χώρα τους την επόμενη μέρα. Ο φύλακας έστησε τη σκηνή του και άναψε φωτιά για να μαγειρέψει και να ζεστάνει τσάι.
   « Η Λυκία και εγώ αποφασίσαμε να σας διασκεδάσουμε για το βράδυ,» είπε η Καρυστία, ενώ καθόμασταν γύρω από τη φωτιά. « Πείτε μας μια ιστορία που θέλετε να ακούσετε, και θα σας την αφηγηθούμε, με το τρόπο των Αβάντων.»
   « Ας αφήσουμε τον φιλοξενούμενό μου να διαλέξει, μιας και είναι ο νεότερος όλων» είπε ο φύλακας κοιτάζοντας προς εμένα.
   «Δυστυχώς δε ξέρω κάποια ιστορία για να ρωτήσω.» απάντησα. « Αλλά μπορείτε να διαλέξετε εσείς κάτι.»
   « Μπορούμε να την ιστορία της Σελήνης,» είπε η Λυκία στην Καρυστία.
   « Πολύ ωραία, Λυκία. Φόρεσε τα χειροκύμβαλά σου και εγώ θα ξεκινήσω την ιστορία.»
   Η Λυκία φόρεσε κάτι που έμοιαζαν σαν μικρά, χάλκινα κρουστά στον αντίχειρα και στο μέσο κάθε χεριού και άρχισε να εκτελεί αργές χορευτικές κινήσεις πίσω από τη φωτιά, ενώ χτυπούσε τα κύμβαλα με έναν αργό ρυθμικό τρόπο .
   « Αυτή είναι η ιστορία του Ήλιου και της Σελήνης,» άρχισε να αφηγείται η Καρυστία. « Είναι η ιστορία του πως ο Ήλιος και η Σελήνη πόθησαν κάτι, και πως και οι δύο απέτυχαν να το αποκτήσουν. Είναι μια ιστορία παλαιότερη από μας, όχι όμως παλαιότερη από εκείνες των Πρωτίστων, και όπως κάθε τέτοια ιστορία ξεκινά στη χώρα το Λαπίθων .
   Σε εκείνα τα μέρη λοιπόν ζούσε η Εριφύλη. Γυναίκα των δασών και ξακουστή κυνηγός. Λέγεται ότι δεν υπήρχε θήραμα, δίποδο ή τετράποδο που να μη μπορεί να το πιάσει. Το μοναδικό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ισάξιο, αν όχι ανώτερο, από τις ικανότητες της στο κυνήγι, ήταν η ομορφιά της. Με τα μακριά μαύρα της μαλλιά και το λείο μελαμψό δέρμα, ανάγκαζε, άθελα της, άνδρες και γυναίκες να αναζητούν τη συντροφιά της. Η ίδια όμως ποτέ δεν θεώρησε κανέναν ικανό να συγκριθεί με τον μικρό της αδελφό, τον οποίο η ίδια είχε μεγαλώσει, και δική του ήταν η μόνη συντροφιά που αναζητούσε.
   Μία νύχτα όμως, καθώς η Εριφύλη λουζόταν, κουρασμένη από ένα ακόμα κυνήγι, η Σελήνη ακούμπησε το λείο δέρμα της με τις ακτίνες της και κατάλαβε ότι το μόνο που ήθελε ήταν να κρατήσει αυτό το σώμα με τα δικά της χέρια. « Σε χαιρετώ κόρη,» είπε η Σελήνη στην Εριφύλη. « Είμαι η Σελήνη, μητέρα των Δασών και προστάτιδα της Νύχτας. Είμαι η αφέντρα του μισού Χρόνου και διατάζω τον ύπνο των ανθρώπων. Δικοί μου είναι οι εφιάλτες και τα γλυκά όνειρα, που στοιχειώνουν ή ομορφαίνουν τις μέρες. Εγώ είμαι που διατάζω τη θάλασσα και φέρνω το φως ακόμα και στο σκοτάδι. Και Εγώ, λοιπόν κόρη, έχω μία παράκληση για εσένα.».
   « Ποία είναι η παράκλησή σου, Βασίλισσα της Νύχτας και του Ουρανού;» ρώτησε η Εριφύλη φοβισμένη και προσπαθώντας να κρύψει τη γύμνια της από ντροπή.
   « Σε προσκαλώ, εσένα που είσαι η πιο ωραία αυτών των τμημάτων, να έρθεις μαζί μου. Να γίνεις η ερωμένη μου και να γνωρίσεις τα μυστικά της Νύχτας και της γης. Τους τρόπους των ονείρων και τις πτυχές του Ουρανού.» είπε η Σελήνη παρατείνοντας το χέρι της προς τη Εριφύλη.
   « Σελήνη βρίσκω τα λόγια σου γλυκά, και λένε την αλήθεια.» είπε η Εριφύλη μελαγχολικά. « Αλλά ο αδελφός μου δεν έχει περάσει ακόμα την Τελετή και θέλει ένα χρόνο μέχρι τότε. Αν περιμένεις, ηγέτιδα των άστρων, σε ένα χρόνο θα είμαι δική σου.»
   « Τολμάς να αρνηθείς; 'Όποιον Εγώ καλώ χάνει την αναπνοή του για να φτάσει, και τα άστρα κάνουν τις διαταγές μου χωρίς να ακούσουν τη φωνή μου. Όχι κόρη. Σήμερα με αρνήθηκες και αυτό θα πρέπει να το θυμάσαι.» είπε βίαια η Σελήνη και αμέσως εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί της το φως που έλουζε τη Εριφύλη.
   Την επόμενη μέρα, καθώς η Εριφύλη κυνηγούσε ένα ελάφι, τροφή πλούσια που θα βοηθούσε τον αδελφό της να πάρει δυνάμεις για τη Τελετή, ο Ήλιος εμφανίστηκε μπροστά της.
   « Καλή σου μέρα, όμορφη. Είμαι ο 'Ήλιος, κύριος της ημέρας και προστάτης της γης. Εδώ και μέρες σε παρατηρώ, Εριφύλη, και θαυμάζω τα κάλλη σου, όσο και την ικανότητα σου στο κυνήγι. Είσαι η καλύτερη κυνηγός και η πιο όμορφη γυναίκα σε αυτά τα τμήματα. Το λείο σου δέρμα αντανακλά το φως όπως τα νερά των ποταμών και το τόξο σου χτυπά το θήραμα όπως οι ακτίνες μου το χώμα, δίνοντας και τα δύο τροφή σε ανθρώπους. Έλα μαζί μου κόρη. Διάλεξε τη συντροφιά μου και μάθε πως να δίνεις ζωή και να είσαι ευτυχισμένη»
   « Αφέντη, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, που μου ζεσταίνουν τη καρδιά όπως οι ακτίνες σου το πρόσωπο. Δέχομαι τα λόγια σου και θα έρθω μαζί σου. Όμως πρέπει να μείνω με τον αδελφό μου ένα χρόνο, μέχρι να περάσει τη Τελετή. Μετά θα έρθω μαζί σου.» είπε η Εριφύλη σκύβοντας το κεφάλι αλλά χωρίς φόβο.
   « Τα λόγια σου μου δίνουν χαρά. Θα σε περιμένω ένα χρόνο, μέχρι τη Τελετή του αδελφού σου.» είπε ο Ήλιος και αποχαιρέτισε την Εριφύλη ενώ ανέβαινε και πάλι στον ουρανό.
   Έτσι, οι μήνες πέρασαν και η Εριφύλη συνέχισε να κυνηγά, και να κάνει όνειρα αναμένοντας να βρεθεί στη συντροφιά του Ηλίου, ενώ ο αδελφός της ετοιμάζονταν για τη Τελετή. Μια νύχτα όμως ο αδελφός της Εριφύλης εξαφανίστηκε χωρίς κάποιος να το είχε δει η να ξέρει που βρίσκεται. Τρομαγμένη και ανήσυχη η Εριφύλη έψαξε όλη τη γη και όλα τα τμήματα, αλλά δε βρήκε κανένα ίχνος του αδελφού της πουθενά. Απεγνωσμένη στράφηκε προς τον Ήλιο, παρακαλώντας τον να τη βοηθήσει.
   « Σε συμπονώ Εριφύλη,» είπε ο Ήλιος,« και θέλω να βρω τον αδελφό σου και να είσαι ευτυχισμένη. Αλλά ο αδελφό σου χάθηκε τη Νύχτα, στο βασίλειο της αδελφής μου, οπού εγώ ποτέ δεν έχω λόγο. Λυπάμαι.»
   « Όσα μου έταξες και όσο με παίνεψες, και τώρα με αρνείσαι; » είπε θυμωμένη η Εριφύλη. « Δεν σε θέλω πια Ήλιε. Τίποτα δεν έκανες για την αγάπη μου ή για εμένα.»
   Φεύγοντας από τον Ήλιο θυμωμένη, η Εριφύλη περίμενε και κλαίγοντας βρέθηκε στη πόρτα της Σελήνης. « Σελήνη, Αρχόντισσα των ονείρων και αφέντρα των ανθρώπων. Μητέρα των ονείρων και γητεύτρα των θαλασσών. Σε παρακαλώ, αν ποτέ ένιωσες αγάπη ή στοργή για μένα, πες μου, βοήθησε με να βρω τον αδελφό μου.»
   « Τολμάς θνητή να μου ζητήσεις βοήθεια; Και ποια νομίζεις ότι είμαι; Δεν είμαι υπηρέτρια ούτε σκλάβος αυτών που πεθαίνουν με μια ανάσα. Είμαι η Σελήνη και φέρω για φτερά μου τα άστρα, και για στέμμα τον Εωσφόρο. Διατάζω τις θάλασσες και τους ανθρώπους, και κανείς δε με αρνείται. Κανείς με λογική και νου. Πήγαινε, θνητή και ψάξε για τον αδελφό σου. Αυτή είναι δουλειά δική σου και όχι δική μου.» απάντησε ψυχρά η Σελήνη διώχνοντας την Εριφύλη από το θρόνο της.
   Με δάκρυα στα μάτια η Εριφύλη συνέχισε να ψάχνει για τον αδελφό της μέρα και νύχτα. Χωρίς να μετρά το χρόνο, άρχισε να ψάχνει σε όλα τα τμήματα αυτής της γης. Ξεκινώντας στη χώρα των Λαπίθων, έφτασε έως στη Κόκκινη έρημο και από εκεί στα Δυτικά τμήματα των νεοχρόνων. Ρώτησε κάθε ταξιδιώτη και κάθε έποικο, καθώς και όλους τους κατοίκους. Αλίμονο, κανείς δεν είχε ακούσει ή είχε δει τον αδελφό της. Κανένας δεν είχε δει κάποιο στην ηλικία του που να μη φέρει το σημάδι της Τελετής, και κανένας δεν είχε συναντήσει την περιγραφή του, όμως η Εριφύλη συνέχιζε να ψάχνει.
   Σιγά σιγά, άρχισε να χάνει το απαλό της δέρμα και το μελαμψό της χρώμα έγινε γκρίζο από την αϋπνία και την ασιτία. Τα μαλλιά της έχασαν την λάμψη τους και άρχισαν να μπλέκονται και να δημιουργούν ένα στεφάνι δυστυχίας γύρω από το πρόσωπό της. Μετά από μήνες, το σώμα της Εριφύλης έχασε τη ζωή του, χωρίς ποτέ κανείς να το βρει, μένοντας βορά στα δόντια των ζώων που τόσο πολύ η Εριφύλη λάτρευε να κυνηγά.
   Λένε ότι ο Ήλιος, βλέποντας το μαρτύριο και τη κατάληξη της Εριφύλης, έχασε τη δύναμή του και έπεσε από τον θρόνο του. Χτυπημένος από το πόνο της αγάπης του ποτέ δεν κατάφερε να ανεβεί ξανά, και για αυτό παραμένει πάντα στη δύση ή στην ανατολή και ποτέ στο κέντρο του ουρανού, όπως παλιά. Η Σελήνη αντίθετα, η οποία πίστευε ότι τα θέματα των θνητών δε την αγγίζουν, αποφάσισε από τότε να φωτίζει ακόμη περισσότερο αγνοώντας κάθε πόνο και θλίψη, και να βρίσκεται κάθε νύχτα στο κέντρο του ουρανού, διεκδικώντας κάθε προσοχή και λατρεία. »
   Με αυτές τις λέξεις η Καρυστία τελείωσε την ιστορία της, ενώ παράλληλα η Λυκία άρχισε να κάνει τις κινήσεις της όλο και πιο αργές και στο τέλος σταμάτησε να χορεύει εντελώς.
   « Τα λόγια σου ήταν πολύ ωραία Καρυστία,» είπε ο φύλακας μελαγχολικά. « Η ιστορία της Εριφύλης είναι μια από τις πιο ωραίες και την αφηγηθήκατε πολύ καλά.»
   « Σε ευχαριστούμε Φύλακα. »
   « Τελικά τι έγινε με τον αδελφό της Εριφύλης;» ρώτησα βιαστικά, διακόπτοντας την Λυκία.
   « Κανείς δεν ξέρει. Κανένας αφηγητής πριν από εμάς δεν ήξερε. Φοβάμαι ότι η αλήθεια χάθηκε πια.» απάντησε η Καρυστία.
   « Η Σελήνη τον απήγαγε από την αρχή, έτσι δεν είναι; »
   « Η περηφάνια της Σελήνη δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο, πίστεψέ με,» είπε ο φύλακας, κοιτώντας με στα μάτια με το ίδιο μελαγχολικό ύφος.
   Έτσι τελειώσαμε την συζήτησή μας και πέσαμε όλοι για ύπνο, αφού τελειώσαμε ο καθένας το τσάι του.

Categories:
Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.