Αποφάσισα να σταματήσω τις Μάσκες για λίγο καιρό. Χρειάζομαι κάμποσο χρόνο ώστε να καταφέρω να εναρμονίσω τις λέξεις με τα αυτό που έχω στο μυαλό μου. Στο ενδιάμεσο αποφάσισα να αρχίσω να αναρτώ μια άλλη σειρά ιστοριών που πιστεύω ότι κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από τις Μάσκες, θεματικά και ελπίζω εκφραστικά. Για να υπάρχει μια άλλη προσέγγιση σε αυτή τη σειρά κειμένων, ο Pittermilk του Alipasas@Giannena αποφάσισε να συνοδεύσει τα κείμενα μουσικά. Μιας και είναι η πρώτη φορά που επιχειρούμαι κάτι σαν και αυτό, κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο. Καλή ανάγνωση.

Pittermilk - Φύλακας//Μέρος Α by Pittermilk

Ήταν  το μοναδικό μπλε στο απέραντο πορφυρό. Παρ’ όλα αυτά έδενε τέλεια με το πορτοκαλί ήλιο που έδυε και τη κόκκινη άμμο στα πόδια του. Παρατηρώντας τον έτσι, συνειδητοποιώ για πρώτη φορά το πόσο μη ανθρώπινος  μοιάζει. Φοράει  ελαφρά, πάνινα  ρούχα κατάλληλα για το κλίμα της ερήμου και ένα χιτώνα  που καλύπτει όλο του το σώμα και ένα μέρος του προσώπου του. Όλα σε χρώμα σκούρου  μπλε . Το πρόσωπό του καλύπτεται από τη κουκούλα του χιτώνα, αλλά μόνο η σκιά που αφήνει είναι αρκετή για να καταλάβει κάποιος ότι έχει να κάνει με κάποιον ο οποίος είναι πιο μεγάλος από ότι δείχνει. Το δέρμα του είναι μελαμψό, κάτι το οποίο θα έχει επιφέρει η συνεχής έκθεση στον ήλιο της ερήμου, και τα πόδια του είναι σκληρά, ίσως επειδή δε φορά κάποιο είδος υποδήματος. Το πιο περίεργο αντικείμενο της εμφάνισής του είναι το ραβδί του. Κατασκευασμένο από κάποιο είδος πολύ λείου ξύλου, που δε προέρχεται από την έρημο, δε δείχνει να το αποχωρίζεται πότε, και το πιο παράξενο από όλα, δείχνει να είναι το παλαιότερο αντικείμενο πού έχω δει μέχρι τώρα. Πιο παλιό και από την έρημο.
Όσο τον κοιτάζω, αυτός παρατηρεί κάτι ή κάποιον να κατευθύνεται προς το μέρος μας. Το είχε προσέξει πρώτος ως μία κουκκίδα στον ορίζοντα και είχε σηκωθεί για να το εξετάσει καλύτερα.  « Θα έχει φτάσει ώσπου να δύσει ο ήλιος. Καλύτερα να τον υποδεχθούμε όπως πρέπει. Πάρε μερικά ξύλα από τα δεξιά της σκηνής και φέρε τα μου για να φτιάξουμε μία φωτιά» . Κάνω όπως μου είπε και  πηγαίνω να φέρω τα ξύλα. Όσο τα μαζεύω, τον νιώθω να με παρατηρεί. Όπως και άλλες φορές, περιεργάζεται με το βλέμμα του τα ρούχα μου. Ίσως το τζιν, η μπλούζα μου ή τα αθλητικά μου παπούτσια του φαίνονται παράξενα ή ίσως του θυμίζουν κάτι, ποιος ξέρει. « Αυτά είναι αρκετά» μου λέει και φέρνω τα ξύλα κοντά του. 
Χωρίς να αφήσει το ραβδί από το χέρι του, σκύβει και πιάνει  μια χούφτα άμμο. Σηκώνεται και τοποθετεί το χέρι του πάνω από τη σωρό με τα ξύλα, αφήνοντας την άμμο στο χέρι του να πέσει αργά πάνω τους. Από το πουθενά, μια φωτιά αρχίζει δημιουργείται. Όταν και ο τελευταίος κόκκος άμμου ακουμπήσει τα ξύλα η φωτιά πλέον έχει φουντώσει και τα καίει όλα. Δεν έκανε πρώτη φορά αυτό το κόλπο, αλλά κάθε φορά που τον έβλεπε να το κάνει ένιωθα πολύ περίεργα. Αυτό και άλλες παρόμοιες του πράξεις με έκανε να πιστεύω ότι αυτός που είχα απέναντι μου δεν κάτι από εδώ ή μάλλον ότι εγώ δεν άνηκα στο χώρο όπου αυτός βρισκόταν.
Όταν τελείωσε με τη φωτιά, άνοιξε ένα πουγκί που είχε περασμένο στη μέση του και έβγαλε κάποιο είδος σκόνης. « Αυτός που έρχεται ταξιδεύει εδώ και καιρό, και θα ταξιδεύει για κάμποσο ακόμα. Θα τον υποδεχτούμε με ευχές και διάθεση για καλό ταξίδι, » είπε και πέταξε τη σκόνη στη φωτιά. « Τι σκόνη είναι αυτή;» τον ρώτησα. « Σκόνη Αρτεμισίας, το φυτό της υγείας και της καλής τύχης. Ότι χρειάζεται κάθε οδοιπόρος» μου απάντησε και με άφησε να απορώ το πως μπόρεσε να βρει ένα τέτοιο φυτό στην έρημο. Τέσσερις μέρες τώρα μαζί του δεν είχα δει κανένα έμπορο και κανένα οικισμό κοντά στη σκηνή μας. Ξέρω πως θα μπορούσε να το έχει από παλιότερα ίσως πριν έρθει εδώ, αλλά η ιδέα ότι ίσως κάποτε στο παρελθόν δεν ζούσε στην έρημο μου φαίνονταν  ακόμα πιο παράξενη.
Ο ταξιδιώτης άρχιζε να προσεγγίζει στη σκηνή μας και εγώ έκατσα σιωπηλός πίσω από τον φύλακα, όπως μου είχε ζητήσει.  Μου είχε πει ότι υπήρχε μία διαδικασία η οποία έπρεπε να ακολουθηθεί για το καλωσόρισμα και τη φιλοξενία ως προς αυτόν που έρχεται .  «Δεν ανήκεις σε αυτούς που καλύπτουν οι νόμοι μας.  Αυτός που έρχεται όμως ανήκει.» μου απάντησε ο φύλακας όταν τον ρώτησα γιατί δεν υπήρξε στη δική μου περίπτωση.  Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον φύλακα να δείχνει κάπως αγχωμένος και όχι απλά ήρεμος όπως συνήθως.  Αποφάσισα να ακολουθήσω για μια ακόμη φορά τις προσταγές του και να μη κάνω το παραμικρό θόρυβο μέχρι ο φύλακας να αναφέρει το όνομα μου, ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν αν αυτό που φοβόταν  ο φύλακας ήταν η διαδικασία της φιλοξενίας ή αυτόν που θα φιλοξενούσε.
Η θέα του ταξιδιώτη ήταν κάτι που ποτέ δε θα ξεχάσω.  Ψηλότερος ακόμα και από τον φύλακα και με μία ελαφριά, αλλά παράλληλα βαθιά, μοβ επιδερμίδα, γέμιζε όλο το πεδίο όρασης μου, ακόμα και με τη απέραντη κόκκινη έρημο ως φόντο.  Φορούσε ένα παρόμοιο με του φύλακα μανδύα, σε ένα χρώμα κοντά στο χρώμα του σάπιου μύλου και τα πόδια του ήταν ξυπόλητα ακουμπώντας την έρημο. 
« Σε χαιρετώ, ταξιδιώτη» είπε ο φύλακας πλησιάζοντας τον χωρίς όμως να τον ακουμπήσει.
«Σε χαιρετώ και εγώ φύλακα, είπε ο ταξιδιώτης με μια βαθιά παράξενη φωνή, και σε παρακαλώ να με φιλοξενήσεις στο χώρο σου. Το ταξίδι μου είναι μακρύ και δύσκολο να γίνει χωρίς την βοήθειά σου»
«Όπως προστάζει η καρδιά μου και κυρίως, όπως προστάζουν οι αρχαίοι μας νόμοι σε προσκαλώ, ταξιδιώτη, να μοιραστούμε ότι έχω για το ταξίδι σου» είπε ο φύλακας παρατείνοντας το χέρι του, ώστε να δείξει στο ταξιδιώτη  να κάτσει σε ένα από τα μαξιλάρια που είχε τοποθετήσει γύρω από τη φωτιά. Γυρνώντας προς εμένα, μου έκανε νόημα να κάτσω σε ένα από τα μαξιλάρια και έριξε λίγη ακόμα σκόνη Αρτεμισίας στη φωτιά. « Θα ετοιμάσω κάτι να δειπνήσουμε» είπε προς το μέρος μας και μπήκε στη σκηνή.
Όση ώρα είμαστε μόνοι μας γύρω από τη φωτιά, το βλέμμα  του ταξιδιώτη παρέμενε σταθερά καρφωμένο πάνω μου. Με περιεργάζονταν αρκετά ήρεμα και δεν έδειχνε να έχει το παραμικρό πρόβλημα με τον ενοχλημένο και αμήχανο ύφος που μου προκαλούσε η πράξη του αυτή. Ήθελα να του πω να σταματήσει να με κοιτάζει, αλλά η εντολή του φύλακα και το  δέος που μου προκαλούσε η όψη του ταξιδιώτη δεν με άφηναν να του μιλήσω. Παρόμοια, ούτε ο ταξιδιώτης φαινόταν διαθέσιμος να μου μιλήσει. Πιθανότατα, τον εμπόδιζαν οι κανόνες που διοικούσαν περιστάσεις όπως η τωρινή.
Ό φύλακας επέστρεψε από τη σκηνή με ένα μεγάλο ξύλινο δίσκο γεμάτο φαγητό και τρία ποτήρια, το οποίο τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι που βρίσκονταν μεταξύ μου και του ταξιδιώτη και δίπλα από τη φωτιά. Το μοναδικό πιάτο στο δίσκο, φτιαγμένο από χαλκό, ήταν γεμάτο με αποξηραμένα σύκα και φρέσκα, ωμά αμύγδαλα. Στα δεξιά του πιάτου βρίσκοταν ένα δοχείο γεμάτο  σάλτσα γιαουρτιού με γλυκό, πράσινο πιπέρι και  τρία χάλκινα ποτήρια μας περίμεναν για να τα γεμίσουμε με το κρασί που ο φύλακας είχε τοποθετήσει κάτω από το τραπέζι.
« Πρέπει να σου συστήσω το νεαρό που είναι μαζί μας» είπε ο φύλακας ενώ έβαζε κρασί στον ταξιδιώτη. « Αυτός όπως και εσύ έρχεται από μακριά, αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση. Αποφάσισε να εγκατασταθεί εδώ για λίγο καιρό. »
            Ο ταξιδιώτης άρχισε πάλι να με κοιτά με ένα περίεργο βλέμμα, κάπως πιο φιλικό αυτή τη φορά.« Είναι από τα Δυτικά λοιπόν.  Έχω καιρό να περπατήσω σε εκείνα τα μέρη. Οι όμοιοι μου έχουν από καιρό αφήσει εκείνα τα μέρη στους πιο νεόχρονους γόνους.»
            « Ποίοι είναι οι όμοιοι σου; Τι ακριβώς είσαι;» ρώτησα με όσο θάρρος είχα τον ταξιδιώτη και μέσα μου παρακαλούσα να μην προκαλούσα κάτι ανεπιθύμητο.
            « Το είδος φιλοξενίας που μου παρέχεται δεν μου επιτρέπει να σου φανερώσω πληροφορίες για τον εαυτό μου. Αλλά φύλακας μπορεί να μιλήσει για τον φιλοξενούμενο του ελεύθερα.»
            « Ο δέκτης της φιλοξενίας μας είναι ένας από τους Πρώτιστους» είπε ο φύλακας σαν να διαβάζει μέσα από κάποιο βιβλίο. « Τεχνογνώστης και Τεχνοχρήστης, στους περισσότερους είναι γνωστός ως Ιστοριοσυλλέκτης, ή Ίστωρ. »
            « Και από ότι καταλαβαίνω ήξερες ότι θα έρθει προς τα εδώ μέρες τώρα, έτσι δεν είναι φύλακα;»
            « Ήταν κάτι που μου αποκάλυψε ο ουρανός πριν τρεις μέρες. Ένα νέο άστρο εμφανίστηκε στον ορίζοντα λίγο πριν χαράξει. Αλλά φαντάζομαι ο Ιστοριοσυλλέκτης μπορεί να μας πει τα υπόλοιπα» είπε ο φύλακας δίνοντας την άδεια στον ταξιδιώτη να αφηγηθεί την ιστορία του.
            « Ότι συνέβη έγινε στη χώρα των Βριγάντων. Όπως και πολλές άλλες φορές, για άλλες χώρες και άλλους λαούς, οι Βρίγαντες αποφάσισαν να λήξουν την ιστορία τους. Έτσι, συνέλεξα τις αφηγήσεις τους και δημιούργησα το αποτύπωμά τους στον Θόλο παρακολουθώντας το τέλος της ιστορίας τους, μέχρις ότου ο τελευταίος σκλάβος σκότωσε τον τελευταίο βασιλιά, και ο ίσκιος του τελευταίου ατόμου χάθηκε για πάντα. » είπε ο ταξιδιώτης μιλώντας προς εμένα.
            « Δηλαδή είδες ένα ολόκληρο έθνος να αφανίζεται ; Αυτό θες να πεις;» ξαναρώτησα τον ταξιδιώτη χωρίς να έχω καταλάβει τι εννοεί.
            « Παρακολούθησα την ιστορία τους και το τέλος της. Δεν είμαι ο μάρτυρας μιας γενοκτονίας, άγνωστε. Κατέγραψα όλο τον ιστορικό και ηθογραφικό τους κύκλο και τώρα θα τον παραδώσω στους Ερέβιους για τη συνέχεια του “ταξιδιού” του.» είπε ελαφρά ενοχλημένος, αλλά ακόμα ήρεμος ο ταξιδιώτης.
            « Τι είναι οι Ερέβιοι;» πήγα να ρωτήσω τον ταξιδιώτη, αλλά το επιβλητικό βλέμμα του φύλακα με άφησε  να καταλάβω ότι θα ήταν καλύτερα άμα δε μιλούσα περισσότερο.
            « Φιλοξενούμενε, μπορείς να ξεκινήσεις το δείπνο,» είπε ο φύλακας.
            Ο φιλοξενούμενος πήρε ένα σύκο από το πιάτο. Το άνοιξε στη μέση και τοποθέτησε ένα αμύγδαλο μέσα του. Κλείνοντας το, το τοποθέτησε στη μέση του δοχείου με τη σάλτσα γιαουρτιού. « Το λουλούδι που δίνει τροφή και ο καρπός της πίκρας και της ομορφιάς,» είπε με σοβαρό ύφος απευθυνόμενος και στους δύο. « Ενωμένα μαζί στη θάλασσα του δροσερού και του καυτού. Χωρίς να βυθίζονται.» Με το τέλος του μικρού μονολόγου, ο φύλακας πήρε το σύκο με το αμύγδαλο και το έφαγε, μασώντας το αργά στο στόμα του.
            Από εκεί και ύστερα, και οι τρεις μας αρχίζαμε να τρώμε.  Παρατήρησα ότι και οι δύο έτρωγαν μόνο τα σύκα αφού τα βουτούσαν στη σάλτσα του γιαουρτιού και λογικά, στη συνέχεια θα έτρωγαν τα αμύγδαλα μόνα τους μαζί με το κρασί. Καταλαβαίνωντας το ιεροτελεστικό χαρακτήρα του δείπνου αποφάσισα να ακολουθήσω την ίδια σειρά, αν και η γεύση των ξερών σύκων με τη καυτερή σάλτσα άφηνε μια περίεργη αίσθηση στο στόμα μου.
            « Φύλακα, η φιλοξενία σου ήταν, όπως πάντα, τόσο ευχάριστη όσο και διασκεδαστική, και οι προσφορές σου αρκετά χορταστικές ώστε να με καλύψουν για το υπόλοιπο μου ταξίδι, » είπε ο ταξιδιώτης, αφού τελειώσαμε το φαγητό και ήπιαμε όλο το κρασί, και παράλληλα σηκώθηκε όρθιος.
            « Σε ευχαριστώ Πρώτιστε,» είπε χωρίς να αλλάξει το σοβαρό του ύφος ο φύλακας, όρθιος πια και αυτός. «Το πέρασμά σου από εδώ ήταν κάτι ευχάριστο. Ελπίζω να σε βοήθησα στο ταξίδι σου.»
            « Η φιλοξενία σου ήταν ότι χρειαζόμουν. Ελπίζω να σε ξαναδώ, εσένα και τον άνθρωπο που φέρεις μαζί σου. Την επόμενη φορά ίσως να έχω κάποια νέα να σου πώ η κάτι από τους δικούς σου να σου φέρω ή να σου μεταφέρω....»
            « Σε ευχαριστώ για τις προθέσεις σου, αν και νομίζω ότι οι “δικοί” μου είναι καλά όπως είναι και χωρίς έμενα. Καλό σου ταξίδι και πάλι,»
            Ο ταξιδιώτης έγνεψε προς το φύλακα και έριξε μια βιαστική ματιά προς στη πλευρά μου πριν αρχίζει να κινήτε προς τα  νότια. Ο φύλακας δεν κινούταν, παρά μόνο στέκονταν όρθιος και παρατηρούσε τον ταξιδιώτη να γίνεται, και πάλι, μια κουκκίδα  στον ορίζοντα.
            Μη περιμένοντας να μου μιλήσει, αμέσως ρώτησα τον φύλακα, « Τι είναι οι Πρώτιστοι;». Μετά από λίγο ο φύλακας μου αποκρίθηκε με μία ερώτηση, « Με τι αρχίζει η δημιουργία του κόσμου για το λαό σου;»
            «Με το χάος,» του απάντησα χωρίς να το πολυσκεφτώ.
            « Τότε οι Πρώτιστοι είναι αυτοί που ήταν πριν το Χάος,» μου είπε και γύρισε για να συμμαζέψει τα πράγματα.

Categories:
Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.