Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι νύχτα που φορέσαμε τις μάσκες 3: Αννέτ, Μέρος Τρίτο


Ένας ξαφνικός κρότος ακούστηκε και το καπέλο του Αλφόνσο πετάχτηκε στον αέρα. Σκυμμένος και κρατώντας το κεφάλι του ο Αλφόνσο γύρισε για να βρει τη προέλευση του θορύβου. Μαζί  του ήταν και τα μάτια της Αννέτ και του Μπαρτολομέο που είχα ενεργήσει με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Φυσικά ο Μπαρτολομέο δεν είχε αφήσει την Αννέτ από τα χέρια του.
« Ελπίζω να γίνομαι αρκετά εμφατικός.» είπε ο γεροδεμένος άντρας που σημάδευε τον Αλφόνσο με ένα όπλο στο αριστερό του χέρι. « Πάρε την αρκούδα σου και φύγε.»
Ο Αλφόνσο με αργές κινήσεις άρχισε να περπατά αργά  προς τα πίσω, κοιτώντας πάντα κατευθείαν στο όπλο του αγνώστου. Σε μερικά βήματα βρήκε το καπέλο του και το σήκωσε. Ο Μπαρτολομέο άφησε ένα δυνατό, πρόθυμο γρύλισμα, αλλά ο Αλφόνσο το διέκοψε με μία κίνηση του χεριού του. « Λυπάμαι αλλά δεν έχουμε και πολλές επιλογές, Μπαρτολομέο,» του είπε.
            « Δεσποινίς,» γύρισε προς την Αννέτ. Κρατούσε ακόμα το καπέλο. « Λόγω εμφανών συγκυριών τις οποίες μας είναι αδύνατον να υπερνικήσουμε, όποια συμφωνία έχουμε πρέπει να αναβληθεί. Για ένα μόνο να είστε σίγουρη,» της είπε γυρίζοντας απότομα. « Κάποια στιγμή η συμφωνία μας θα περατωθεί. Καλή νύχτα, και καλή διασκέδαση.»
Κάνοντας ένα νεύμα στον Μπαρτολομέο,ο Αλφόνσο φόρεσε το καπέλο του και άρχισε να περπατά. Ο Μπαρτολομέο πέταξε την Αννέτ προς τη κατεύθυνση του αγνώστου και τον ακολούθησε.  Σιγά, σιγά, σαν να πήγαιναν βόλτα, οι δυο τους εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι.
Όταν ο άγνωστος δεν μπορούσε πλέον να τους δει, σταμάτησε να σημαδεύει και έβαλε το όπλο στη θήκη του. Με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς τη Αννέτ και την σήκωσε όρθια.
« Είστε καλά;» τη ρώτησε προσφέροντας το μαντίλι του. « Σκουπιστείτε με αυτό. Μήπως θέλετε να πάμε σε κάποια κοντινή κλινική; Σας χτύπησαν πουθενά;»
« Είμαι μια χαρά. Λίγο σοκαρισμένη, αλλά αρκετά καλά,»  είπε η Αννέτ με ένα υπερμέγεθες σύνολο συναισθημάτων μεταξύ των οποίων ήταν η ευγνωμοσύνη, ο φόβος, ο θαυμασμός και η ντροπή. « Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Αν δεν είχατε βρεθεί ίσως να μη......»
« Σας παρακαλώ,» είπε ο άγνωστος. « Έκανα ότι ο κάθε σωστός πολίτης θα έπρεπε να κάνει. Βοήθησα μία συμπολίτισσα μου όταν χρειάστηκε βοήθεια. Τώρα πρέπει να βρεθεί κάτι να κάνουμε για να σας περάσει το σοκ.»
« Δε χρειάζεται, έχετε κάνει ήδη πολλά...»
« Καλύτερα...» είπε ο άγνωστος χαμογελώντας. « Τι θα λέγατε για ένα μικρό γεύμα και λίγο τσάι. Ξέρω ένα ωραίο μπιστρό λίγο πιο κάτω. Θα σας βοηθήσει να πάρετε δυνάμεις και να ζεσταθείτε.»    
« Εντάξει,» απάντησε η Αννέτ. Αισθανόταν άσχημα να του αρνηθεί για δεύτερη φορά.
Όσο περπατούσαν η Αννέτ προχωρούσε μαζεμένη, με τα χέρια της σφιχτά γύρω από το κορμό της. Αισθανόταν κρύα και κουρασμένη. Ήθελε να επιστρέψει σπίτι, να ανοίξει τη θέρμανση και να ξαπλώσει.  Ήθελε να κλάψει και να κρατήσει τον Φρεντ. Αντί αυτού, το μόνο που μπορούσε να κάνει τώρα είναι να περπατά στο κρύο και να αισθάνεται το χέρι του αγνώστου γύρω της.
Ήξερε ότι ήθελε να τη βοηθήσει , αλλά δε μπορούσε παρά να αισθάνεται άσχημα. Ήθελε να φύγει, αλλά δεν μπορούσε να τον αφήσει έτσι. Θα ήταν μεγάλη αγένεια και η ίδια θα φαινόταν αχάριστη. Είναι αυτή η μοίρα κάθε υπόχρεου; Πρέπει να γλιτώνει από τη μία άσχημη κατάσταση μόνο και μόνο για να υποστεί μία άλλη δύσφορη κατάσταση από τον ευεργέτη του; Ίσως είναι ακόμα πιο παράξενο ότι ο ευεργέτης ξεχνά την αρχική του ευγένεια και γίνεται ο νέος δυνάστης. Απαγάγει τον υπόχρεο με την ευγένειά του, τον αρπάζει χωρίς άδεια και τον υποχρεώνει σε ότι ο ίδιος νομίζει ευγενές. Τον πνίγει με ευγένεια χωρίς να αφήνει καμία δυνατότητα για έξοδο.
Όταν μπήκανε στο μπιστρό, κάθισαν σε ένα τραπέζι που κοιτούσε προς τα έξω. Ο άγνωστος έκατσε με τη πλάτη στον δρόμο. Έτσι η Αννέτ έπρεπε να τον κοιτά κάθε φορά που ήθελε να δει κάτι από έξω. Ίσως να μη το ήθελε, αλλά συνέχισε να τη πιέζει. Της απαγόρευσε την ύπαρξη του κόσμου χωρίς τη δική του παρουσία. Εισέβαλε στο χώρο της με μία ηλίθια ευγένεια που δε της επέτρεπε να αρνηθεί τίποτα. Της είχε αρνηθεί ακόμα και την άρνηση την ίδια.
« Τι θα πάρετε;» της είπε απαλά καθώς η σερβιτόρα ερχόταν προς το μέρος τους.
« Καλύτερα να πάρετε ένα ζεστό τσάι,» ξαναμίλησε ο άγνωστος, αυτή τη φορά στερώντας της κάθε δικαίωμα στο να διαλέξει τι θα πιει.
« Θα προτιμούσα λίγη ζεστή σοκολάτα» απάντησε η Αννέτ και μετά το μετάνιωσε. Το είπε μόνο για να εναντιωθεί στις προτροπές του, αλλά τελικά πρόδωσε τον εαυτό της. Δεν ήθελε να πιει τίποτα και τώρα έπρεπε να πιει κάτι.
« Ονομάζομαι Τζακόμπι,»  είπε ο άγνωστος μόλις ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε.
« Αννέτ,» είπε σιγανά και προσπαθώντας να κρυφτεί.
Ο Τζακόμπι δεν απάντησε αμέσως. Άφησε το χρόνο να περάσει, κοιτώντας την σα να τη ζύγιζε, όπως ένας μαθηματικός κοιτά μια εξίσωση.
« Καταλαβαίνω ότι θέλετε να μείνετε μόνη,» έσπασε τη σιωπή με μία αρκετά συμπονετική ματιά. « Θα προτιμούσατε να είστε μόνη ή με κάποιον που γνωρίζετε, αλλά έπρεπε να έρθετε μαζί μου. Οι δύο αλήτες που σας επιτέθηκαν μπορεί να μας ακολουθούν. Αν σας άφηνα ή αν σας πήγαινα σπίτι σας θα ήσασταν πάλι σε κίνδυνο. Αν μείνουμε εδώ για λίγη ώρα θα είμαι πιο σίγουρος ότι και οι δύο τους θα μας έχουν αφήσει ήσυχους. Σίγουρα θα βαρεθούν να περιμένουν και θα προσπαθήσουν να βρουν πιο εύκολη λεία.»
« Πάντα κυκλοφορείτε με ένα περίστροφο επάνω σας;» ρώτησε η Αννέτ. Δε μπορούσε να δεχθεί ότι αυτός από τον οποίο ήθελε να ξεφύγει τώρα ήταν τόσο καλός και έξυπνος. Όχι, πρέπει να έχει κάποιο περίεργο χαρακτηριστικό,κάποιο κακό σκοπό ή κάποιο λάθος τουλάχιστον.
Ακούγοντας την ερώτηση της Αννέτ, ο  Τζακόμπι χαμογέλασε και έβγαλε αργά το πιστόλι από τη τσέπη του. « Αυτό, Αννέτ, ήταν η μεγαλύτερη μπλόφα που έκανα το τελευταίο μήνα τουλάχιστον,» είπε ακουμπώντας το στο τραπέζι. « Είναι ένα ΛεΜάτ και όπως θα καταλαβαίνεται από τη σκουριά, είναι αρκετά παλιό. Μπορεί να δεχθεί μέχρι εννιά σφαίρες και έχει μια πρόσθετη κάνη για μία σφαίρα μεγαλύτερου διαμετρήματος. Ήταν αρκετά δημοφιλές στην εποχή του αλλά η παραγωγή του έχει σταματήσει εδώ και εφτά δεκαετίες. Το αγόρασα πριν δύο μέρες από ένα Κινέζο ναύτη που γνώρισα σε μία ταβέρνα στο λιμάνι.»
« Είστε συλλέκτης,» τον διέκοψε η Αννέτ.
« Ένας αρκετά τυχερός συλλέκτης. Το αγόρασα τουλάχιστον δέκα φορές λιγότερο από ότι συνήθως υπολογίζεται να πιάνει. Ώρες ώρες νιώθω άσχημα για το ναύτη, θα μπορούσα να του είχα δώσει κάτι παραπάνω. Τέλος πάντων, όπως είπα η όλη υπόθεση ήταν μια μπλόφα. Είχα στη κατοχή μου μία μόνο σφαίρα, αυτή που χρησιμοποίησα για να τους εκφοβίσω.  Ευτυχώς  οι δύο ηλίθιοι που σας επιτέθηκαν ήταν αρκετά ευκολόπιστοι.»
« Και τριγυρνάτε συχνά σε ταβέρνες στο λιμάνι,» ρώτησε περιπαιχτικά η Αννέτ, με ένα μειδίαμα αυτή τη φορά.
« Μόνο όταν έχω καλές πληροφορίες. Ο εργοδότης μου, ή το αφεντικό μου αν θέλετε να το πω πιο αμερικάνικα, είχε κάποιες δουλειές με τον καπετάνιο του  πλοίου. Όταν συναντήθηκα με το καπετάνιο γνώρισα και τον προηγούμενο κάτοχο του περιστρόφου.»
Σιγά σιγά η Αννέτ άρχισε να νιώθει πιο άνετα με τον Τζακόμπι να συνεχίζει να τις μιλά. Μέσα της άρχισε να παραδέχεται ότι τον είχε αποπάρει αρχικά λόγω του σοκ της  επίθεσης και όσο της μιλούσε τόσο πιο πολύ ευχάριστο τον έβρισκε.
Βαθιά μες στη κουβέντα τους η Αννέτ παρατήρησε τα καλοραμμένα ρούχα του. Αυστηρά σιδερωμένα και αρκετά σκοτεινά ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με τη λάμψη που είχε στο πρόσωπο του όταν μιλούσε για τη συλλογή του ή όταν αστειευόταν λέγοντας πως θα έπρεπε να το κάνει συνήθεια και να κυκλοφορεί τη νύχτα ψάχνοντας και σώζοντας θύματα ληστειών. Τα χέρια του ήταν μαλακά και τα νύχια του αρκετά καθαρά αποκαλύπτοντας μια ελαφριά σωματικά δουλεία. « Εργάζομαι ως ο προσωπικός γραμματέας ενός αρκετά σημαντικού προσώπου» της είπε όταν τον ρώτησε.      
Πληρώνοντας το λογαριασμό, ο Τζακόμπι επέμεινε να συνοδεύσει την Αννέτ σπίτι της. « Δεν είναι μια απίστευτη συγκυρία;» της είπε, στον ενικό πλέον καθώς περπατούσαν.
«Τι εννοείς;» απάντησε απορημένη η Αννέτ.
« Σκέψου για λίγο. Κάποιος εργάτης κατασκεύασε αυτό το ΛεΜάτ στη Γαλλία πριν αρκετό καιρό. Με κάποιο άγνωστο τρόπο κατέληξε στα χέρια ενός Κινέζου ο οποίο εργάζεται ένα συνέταιρο του δικού μου εργοδότη. Εγώ έμαθα ότι το άτομο αυτό είχε αυτό το περίστροφο και το αγόρασα από αυτόν. Έχοντας το όπλο αποφάσισα να το πάω σε ένας φίλο έμπορο μου ο οποίος ίσως καταφέρει να μάθει την ιστορία του. Επειδή δε τον βρήκα εκεί όταν επισκέφθηκα το κατάστημά του, αποφάσισα να κάνω μία βόλτα ώστε να περάσει η ώρα πριν επιστρέψω στο σπίτι μου.
Ο εργοδότης μου έτυχε να συνεργαστεί με τον καπετάνιο του ναύτη που είχε το όπλο. Ο ναύτης  το κράτησε κοντά του τόσο καιρό ώστε να τον συναντήσω εγώ, αποδεχόμενος να το πουλήσει σε μία προσφορά που μπορούσα να κάνω εκείνη τη μέρα και έχοντας μία και μόνο σφαίρα μαζί του. Ο φίλος μου επίσης έτυχε να μην εργάζεται την κατάλληλη ώρα και μέρα. Ήταν όλα τόσο χρονισμένα ώστε να με οδηγήσουν σε εκείνο το στενό την σωστή ώρα και με το σωστό εξοπλισμό.»
Η Αννέτ δε βιάστηκε να μιλήσει. Τι θα μπορούσε άλλωστε να απαντήσει σε ένα κλισέ σαν κι αυτό; Ίσως έπρεπε να τον ρωτήσει εάν πιστεύει στη μοίρα ή στο πεπρωμένο... ή να τον πιάσει από το μπράτσο, έτσι για να συμπληρώσει το κλισέ. Ένα νιαούρισμα της έδωσε γρήγορα μια άλλη επιλογή.
« Κοίταξε! Μια γάτα πάνω στο δέντρο. Μάλλον θα ανέβηκε και δε θα μπορεί να κατέβει. Τι λέτε θα τη βοηθήσουμε;» του είπε με το πιο γελοία αθώα έκφραση που θα μπορούσε να έχει στη φωνή της.
Ο Τζακόμπι δε απάντησε αλλά έμεινε για λίγο να κοιτά την Αννέτ στα μάτια. Η Αννέτ ανταπέδωσε το βλέμμα του  γουρλώνοντας τα μάτια της και ανοιγοκλείνοντας τα γρήγορα δύο φορές.
«Εντάξει, το παραδέχομαι,» είπε ο Τζακόμπι χαμογελώντας. « Είπα ότι πιο ηλίθιο και κοινότυπο θα μπορούσα να πω. Αλλά δε χρειάζεται να με τιμωρείς  έτσι.»
« Μα όχι,» απάντησε η Αννέτ προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό της. « Το εννοώ, πρέπει να σώσουμε αυτή τη καημένη γατούλα.»
«  Εντάξει» είπε ο Τζακόμπι παίρνοντας πιο σοβαρό ύφος. Χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο έβγαλε το σακάκι του και τα παπούτσια του και τα έδωσε στην Αννέτ. Ήδη άκουγε την αποτυχημένη προσπάθεια της Αννέτ να συγκρατήσει τα γέλια της, αν και δεν είχε προφτάσει ούτε καν να αγκαλιάσει το δέντρο.
« Ξέρεις,» συνέχισε καθώς σκαρφάλωνε. « Την είχα πατήσει άλλη μία φορά έτσι. Είχα πει στον εργοδότη μου ότι έπρεπε να πάρω αύξηση, μιας και ήξερα πλέον τη δουλειά......».
Αλλά η Αννέτ σταμάτησε να τον ακούει από τη δεύτερη πρόταση.Είχε μόλις δει τον Φρεντ να στρίβει, και τον έβλεπε τώρα να τρέχει προς το μέρος της και να της αγκαλιάζει.
«Που πήγες;» της είπε με φόβο και ανακούφιση. « Σε ψάχνω σα τρελός εδω και δύο ώρες»
« Δε μπορούσα να μείνω σπίτι, όχι μόνη μου,» του απάντησε σοβαρεύοντας. Είχε ξεχάσει πως είχε ξεκινήσει το απόγευμα της. Συνεπαρμένη από τον Τζακόμπι, είχε ξεχάσει το όπιο και είχε αφήσει τον Φρεντ σε κάποια μακρινή γωνία του μυαλού της. Ο ερχομός του την έκανα να θυμηθεί πως πραγματικά είχε περάσει τη μέρα της.
« Παραλίγο να με ληστέψουν,» του είπε σιωπηλά. « Και το όπιο το πέταξα στο δρόμο»
Το πρόσωπο του Φρεντ γέμισε τρόμο αλλά ο ίδιος δε πρόλαβε να μιλήσει, καθώς ο Τζακόμπι έπεσε πάνω του γκρεμοτσακίζοντας και τους δύο στο έδαφος.
« Καταραμένη γάτα, πήγε ακόμα πιο ψηλά,» είπε καθώς η Αννέτ πήγαινε να τον σηκώσει.
«Είστε καλά;» τον ρώτησε. « Ο κύριος Τζακόμπι από εδώ με βοήθησε μα ξεφύγω από μία πολύ δύσκολη κατάσταση» είπε στον Φρεντ καθώς εκείνος σηκώνοντας, έτοιμος να ριχτεί προς τον Τζακόμπι.
« Κανονικά θα σας ανέβαζα πάλι στο δέντρο,» είπε εκείνος, « αλλά τώρα δεν έχω παρά να σας προτείνω να σα καλέσω να πιούμε όλοι μαζί ένα ποτό...»
«Δεν χρειάζεται,» είπε ο Τζακόμπι, « η Αννέτ και εγώ ήδη γευματίσαμε. Πρέπει ούτως ή άλλως να φύγω»
«Δεν είναι σωστό,» είπε η Αννέτ « Με βοηθήσατε τόσο πολύ σήμερα, πρέπει να κάνουμε κάτι και για σας»
« Λυπάμαι αλλά έχω αρκετή δουλειά για αύριο και θα χρειαστεί να κοιμηθώ νωρίς..»
« Δείπνο το Σάββατο, στο σπίτι μας. Τι λέτε για αυτό;» πρότεινε ο Φρεντ, όντας ευγενής χωρίς να ξέρει το λόγο.
« Αυτό γίνεται,» είπε αμέσως ο Τζακόμπι. « Η Αννέτ μου είπε που μένετε. Να περάσω στις εφτά;»
« Τέλεια,»είπε η Αννέτ και άρχισε να το κοιτά καθώς τους καληνύχτιζε. Τον κοιτούσε να φεύγει καθώς ο Φρεντ την αγκάλιαζε ξανά και της έλεγε πόσο είχε ανησυχήσει. Σκεφτόταν πόσο είχε αλλάξει, από όταν το γνώρισε με το πιστόλι στο χέρι, μέχρι τη στιγμή που σκαρφάλωνε για να συνεχίσει το αστείο. Τον έχασε από το βλέμμα της όταν ο Φρεντ την άφησε και της είπε να πάνε σπίτι.
« Τι έχεις;» την ρώτησε.
« Πάμε σπίτι,» του είπε καθώς άρχισε να περιμένει για το Σάββατο.      

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk


« Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρίζει στην γυναίκα. « Ομιλητή,» είπε ο …

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Τρίτο

Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για το ιστολόγιο. Ο Pittermilk, ο συνθέτης των μουσικών κομματιών που συνοδεύουν τις ιστορίες του φύλακα αποφάσισε να μαζέψει κάθε ανάρτηση έως και τη σημερινή σε μια μουσική συλλογή. Η συλλογή αυτή συνοδεύεται από μικρές περιγραφές στα αγγλικά για κάθε κομμάτι καθώς και από μερικά σκίτσα εμπνευσμένα από τους ήχουν. Οι συλλογή αυτή διατίθεται δωρεάν και μπορείται να τη κατεβάσετε ή απλά να την ακούσετε εδώ.


9 - King Winter by van612

« Οι Ιχθύαγες δε φοβούνται το σκοτάδι,» μου απάντησε μελαγχολικά. « Τα βράδια βλέπουμε καλά χωρίς φως και ακούμε ακόμα καλύτερα.  Για μας η φωτιά είναι μόνο κάτι που καταστρέφει. Είμαστε λαός που αρέσκεται σε αυτά που έχει. Δε μας αρέσουν τα κόλπα και τα τεχνάσματα του νου. "Το πιο χρήσιμο εργαλείο είναι το σώμα μας", λέει ένα παλιό γνωμικό των γονέων μας.» « Τότε γιατί εσείς κάθεστε μαζί μου στη φωτιά, και γιατί έχετε ακόντια μαζί σας;»  « Διαταγές του Βασιλιά Χειμώνα. Βλέπεις, ο καλός Βασιλιάς έχει αποφασίσει πως ο…

Φύλακας Πρώτο: Φιλοξενία

Αποφάσισα να σταματήσω τις Μάσκες για λίγο καιρό. Χρειάζομαι κάμποσο χρόνο ώστε να καταφέρω να εναρμονίσω τις λέξεις με τα αυτό που έχω στο μυαλό μου. Στο ενδιάμεσο αποφάσισα να αρχίσω να αναρτώ μια άλλη σειρά ιστοριών που πιστεύω ότι κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από τις Μάσκες, θεματικά και ελπίζω εκφραστικά. Για να υπάρχει μια άλλη προσέγγιση σε αυτή τη σειρά κειμένων, ο Pittermilk του Alipasas@Giannena αποφάσισε να συνοδεύσει τα κείμενα μουσικά. Μιας και είναι η πρώτη φορά που επιχειρούμαι κάτι σαν και αυτό, κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο. Καλή ανάγνωση.
Pittermilk - Φύλακας//Μέρος Α by Pittermilk

Ήταν  το μοναδικό μπλε στο απέραντο πορφυρό. Παρ’ όλα αυτά έδενε τέλεια με το πορτοκαλί ήλιο που έδυε και τη κόκκινη άμμο στα πόδια του. Παρατηρώντας τον έτσι, συνειδητοποιώ για πρώτη φορά το πόσο μη ανθρώπινος  μοιάζει. Φοράει  ελαφρά, πάνινα  ρούχα κατάλληλα για το κλίμα της ερήμου και ένα χιτώνα  που καλύπτει όλο του το σώμα και ένα μέρος του προσώπου του. Όλα σε χρώμα σκούρου  …