Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι νύχτα που φορέσαμε τις μάσκες 3: Αννέτ, Μέρος Δεύτερο


Χωρίς πολλές προετοιμασίες, η Αννέτ φόρεσε το παλτό της, πήρε τη σφαίρα του οπίου και βγήκε από το σπίτι. Τη στιγμή που γύριζε το κλειδί στην εξώπορτα, άρχισε ήδη να αισθάνεται καλύτερα. Το κρύο τη δρόσιζε, και το βούιζμα του αέρα την έπαιρνε μακριά από τις σκέψεις της.
Άρχισε να περπατά. Χιόνιζε πριν μερικές ώρες και ένα ελαφρό στρώμα χιονιού είχε σχηματιστει στο δρόμο το οποίο ευτυχώς δεν είχε λιώσει ακόμα από τα βήματα των περαστικών. Της άρεσε πολύ αυτό το πρώιμο στρώμα. Δεν ήταν πολύ ψηλό ώστε να βρέξει τα πόδια σου αλλά ήταν αρκετά παχύ ώστε να καλύψει τη βρωμιά του δρόμου και να σε κάνει να νομίζεις ότι περπατάς σε κάτι καθαρό, έστω και για λίγο.
Περπάτησε για αρκετή ώρα, απολαμβάνοντας τον τρόπο με τον οποίο τα πόδια της να γλιστρούν σε κάθε βήμα, λιώνοντας το χιόνι πίσω της. Κάποια στιγμή γύρισε και είδε την διαδρομή που είχε ακολουθήσει, όπως αυτή είχε διαγραφεί στο χιόνι.  Ότι σημάδι είχε αφήσει θα είχε εξαφανιστεί την επόμενη μέρα από το νέο χιόνι.
« Μαντάμ,» τη διέκοψε η φωνή του αστέγου ένα μέτρο μακριά της. « Λίγη βοήθεια;»
Το χέρι που ζητούσε ελεημοσύνη ήταν μαζεμένο, σχεδόν παραμορφωμένο. Δεν φορούσε ρούχα, παρά μόνο ένα φθαρμένο πράσινο παλτό και ένα τρύπιο καφέ παντελόνι. Κρατούσε χαμηλά το κεφάλι του με το λαιμό μαζεμένο, σε μία προσπάθεια να προστατέψει  όσο περισσότερο από το σώμα του από το κρύο. Το πρόσωπό του ήταν χαραγμένο από τα χρόνια, αλλά το χειρότερο ήταν το βλέμμα του.
Κοίταζε την Αννέτ με τα μάτια του εντελώς κενά, άδεια από κάθε συναίσθημα ή έκφραση. Δεν έδειχνε πόνο, ούτε θλίψη για την κατάσταση στη οποία ήταν. Δεν ήταν έτοιμος να κλάψει ούτε κοιτούσε λαίμαργα. Αλλά και δε μισούσε. Τα μάτια του δεν ζήλευαν την Αννέτ επειδή είχε ένα σπίτι να πάει και δε τη μισούσαν γιατί ήταν σε καλύτερη κατάσταση από αυτόν. Ο άστεγος απλά κοιτούσε, νεκρός, και περίμενε μέχρι να αισθανθεί το βάρος του κέρματος στο χέρι του για να το τραβήξει πίσω. Ήθελε πραγματικά χρήματα ή ήταν η ζητιανιά ένας ενστικτώδης μηχανισμός που ενεργοποιούταν κάθε φορά που κάποιος περνούσε από μπροστά του;
Η Αννέτ συνειδητοποίησε ότι κρατούσε ακόμα στο χέρι της το όπιο, με το σχήμα της σφαίρας να αλλοιώνεται από τον ιδρώτα της. Χωρίς να θέλει να μείνει άλλο σε αυτή τη κατάσταση, με τον άστεγο να περιμένει την "ελεημοσύνη" της, του πέταξε το όπιο στο χέρι και άρχισε να περπατά με βιαστικά βήματα μακριά από τον άστεγο.
Υπάρχουν καταστάσεις που σε σκοτώνουν. Δεν πειράζουν άμεσα το σώμα σου, αλλά καταστρέφουν το χαρακτήρα σου. Δεν έχεις πλέον γνώση, δεν έχεις άποψη και οι σκέψεις σου δεν είναι δικές σου. Το μυαλό σου σκέφτεται μόνο τη κατάστασή σου. Γίνεσαι μια απλή μηχανή, ξέρεις και θες να κάνεις μόνο ενά πράγμα και ζεις μόνο για αυτό. Στη καλύτερη περίπτωση, μπορεί να γλιτώσεις νωρίς και τότε μένεις με τις τύψεις.
Αφού είχε περπατήσει μερικά μέτρα, ένα ζευγάρι χέρια την άρπαξαν από το πρόσωπο και τη μέση τραβώντας την μέσα σε ένα σκοτεινό διάδρομο. Προσπάθησε να αντισταθεί αλλά τα χέρια ήταν πολύ δυνατά και πιο γρήγορα από ότι εκείνη περίμενε. Ένιωθε τον άντρα που την είχε αρπάξει να είναι αρκετά πιο ψηλός από αυτή και τουλάχιστον δύο φορές πιο φαρδύς.
Ενώ προσπαθούσε να απελευθερωθεί, ένας άλλος πιο μικρόσωμος άντρας ξεπρόβαλε μπροστά της. Φορούσε ένα ξεφτισμένο κουστούμι, μαυρισμένο από τη βρωμιά, και ένα εξίσου μαύρο μπόουλερ καπέλο με μία αρκετά ευδιάκριτη τρύπα. Αρκετά ήρεμος και κάπως ευδιάθετος μίλησε στην Αννέτ, κρατώντας ένα σουγιά στο αριστερό του χέρι.
« Για αρχή, οφείλω να σας πω ότι δε χρειάζεται να ανεβάσετε την ένταση με μάταιες προσπάθειες να αποδράσετε ή να φωνάξετε για βοήθεια. Πέραν αυτού, εγώ και ο φίλος μου πρέπει να συστηθούμε, αυτό άλλωστε είναι το πιο σωστό σε κάθε συναλλαγή μεταξύ σωστών ανθρώπων όπως εμείς και εσείς.»
Ο άγνωστος σταμάτησε για λίγο, κοιτώντας την Αννέτ. Όταν αυτή σταμάτησε να κουνιέται, παραδομένη πλέον στα δυνατά χέρια του κτήνους που τη κρατούσε, ο άγνωστος συνέχισε.
« Πολύ ωραία,» είπε, « Όπως έλεγα, πρέπει να συστηθούμε. Ονομάζομαι Αλφόνσο και ο μεγαλόσωμος φίλος μου που έκανε δυνατή αυτή μας τη συνάντηση ακούει στο όνομα Μπαρτολομέο. Το δικό σας όνομα;»
Ο Μπαρτολομέο άφησε το στόμα της Αννέτ ελεύθερο τραβώντας το αριστερό του χέρι, αλλά παράλληλα έσφιξε με μεγαλύτερη δύναμη το σώμα της και ξεφύσησε δυνατά δυνατά κοντά στο πρόσωπό της Αννέτ. Εκείνη νιώθοντας τη θερμή ανάσα του στο μάγουλό της κατάλαβε ότι το να φωνάξει δε θα έφερνε κανένα αποτέλεσμα. Μόνο πιο βίαιες κινήσεις.
« Αννέτ,» είπε με τρεμάμενη φωνή και σιώπησε αμέσως.
« Αννέτ λοιπόν, έχουμε μία αρκετά ενδιαφέρουσα πρόταση να σας κάνουμε. Μία πρόταση την οποία, όπως άκουσα έναν Ιταλό μία φορά να λέει, δε μπορείτε να αρνηθείτε.» συνέχισε ο Αλφόνσο ενώ άρχισε να περπατά σιγά σιγά όλο και πιο κοντά της. « Ο φίλος μου και εγώ περπατούσαμε τυχαία στο δρόμο, απολαμβάνοντας τη νύχτα μας, όταν σαν παρατηρήσαμε να δίνεται μία σφαίρα οπίου σε έναν επαίτη μερικά μέτρα πιο πίσω. Όπως ήτα φυσικό και οι δύο μας είμαστε αρκετά περίεργοι για τα κίνητρα που οδηγούν σε αυτή τη πράξη.
Μέσω μίας γρήγορης συζήτησης ο Μπαρτολομέο και εγώ καταλήξαμε σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση είναι ότι λαμβάνεται μέρος στην εμπορία και διανομή οπίου για λογαριασμού σας ή για λογαριασμό κάποιου τρίτου. Η δεύτερη αναφέρεται σε σας ως κάποια η οποία απλά έχει αρκετό όπιο ώστε να μπορεί να το σκορπίζει τόσο απλόχερα. Όπως αντιλαμβάνεστε δε ξοδέψαμε πολύ χρόνο σε αυτές μας τις υποθέσεις γιατί ούτως ή άλλως και οι δύο κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα. Είστε μία γυναίκα, η οποία περπατά μόνη της τη νύχτα σε ένα όχι τόσο πολυσύχναστο δρόμο  φέροντας μια πιθανώς μεγάλη ποσότητα όποια πάνω της.»
Ο Αλφόνσο σταμάτησε για άλλη μία φορά, και έκρυψε τη λεπίδα στη λαβή του σουγιά. Το μόνο που η Αννέτ μπορούσε να ακούσει ήταν το ήσυχο, ύπουλο γέλιο του Μπαρτολομέο λίγα εκατοστά πάνω από το αυτί της.
« Τυχαίνει ο Μπαρτολομέο και εγώ να είμαστε μεγάλοι θαυμαστές και φυσικά δεινοί χρήστες οπίου, καθώς και άλλων, παρόμοιων ουσιών. Ξέρουμε, βλέπετε, να εκτιμούμε την ψυχαγωγική του χρήση και τη διασκέδαση που προσφέρει.  Όπως καταλαβαίνεται, γνωρίζοντας την κατάστασή σας, δε μπορούσαμε να αφήσουμε αυτήν την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη.  Έτσι σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να σας δελεάσουμε με μία αρκετά καλή πρόταση.
Σας ζητάμε λοιπόν να μας παραχωρήσετε το όπιο που έχετε και ως αντάλλαγμα, θα σας εγγυηθούμε ότι δε θα σας θέσουμε σε καμία κατάσταση που μπορεί να θέσει τη ζωή σας ή την υγεία σας σε κίνδυνο.  Τι λέτε;»
Ο Αννέτ δε μπορούσε να μιλήσει. Ήθελε να σκεφτεί κάτι για να πει, αλλά η θέα του Αλφόνσο που τώρα στέκονταν μπροστά της, περιμένοντας μία απάντηση, και η λαβή του Μπαρτολομέο που είχε ακινητοποιήσει όλο της το σώμα, την εμπόδιζαν να σχηματίσει οποιαδήποτε πρόταση. Για καλή ή κακή της τύχη το στόμα της μηχανικά σχημάτισε μερικές λέξεις μόνο του. « Δεν έχω όπιο μαζί μου.»
Ακούγοντας την απάντησή της ο Αλφόνσο, με μία έκφραση δυσαρέσκειας στο πρόσωπο, έβγαλε το καπέλο του. Άρχισε να παίζει μαζί του, γυρίζοντας το ανάμεσα στα χέρια του, ίσως σκεπτόμενος την επόμενη κίνησή του, αξιολογώντας τη κατάσταση.
« Θα αποδεχθώ την απάντησή σας,» είπε καθώς έριχνε το καπέλο του στον αέρα, πιάνοντας το με τα δύο χέρια όπως έπεφτε. «Μου αρέσει να θεωρώ τον εαυτό μου ως φεμινιστή άλλωστε και έτσι δε θα κάνω κάποια προσπάθεια για σωματική έρευνα. Είναι φανερό ούτως ή άλλως ότι δεν έχετε κάποια τσάντα μαζί σας για να φέρετε το όπιο. Δυστυχώς δεν το σκεφτήκαμε αυτό πριν αρχίσουμε να πράττουμε. Φυσικά τώρα έχω μία άλλη πρόταση να σας κάνω.»
Ο Αλφόνσο σταμάτησε να παίζει με το καπέλο και το φόρεσε, παίρνοντας μία πιο σοβαρή έκφραση.
« Παρ’ότι δε συνάπτει με τα δικά μου γούστα, ο Μπαρτολομέο δείχνει να είναι αρκετά ενθουσιασμένος με εσάς. Δε μπορώ να εγγυηθώ την σωματική σας ακεραιότητα, αλλά μπορώ με μεγάλη βεβαιότητα να εγγυηθώ ότι θα επιβιώσετε αν δεχθείτε να παρέχετε μερικές υπηρεσίες στον Μπαρτολομέο.»        

              Πριν ο Αλφόνσο τελείωσε την πρόταση του, η Αννέτ ένιωσε για μια άλλη φορά το χέρι να την κλείνει το στόμα. Ο Μπαρτολομέο την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά και την έσπρωξε προς το κοντινό τοίχο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk


« Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρίζει στην γυναίκα. « Ομιλητή,» είπε ο …

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Τρίτο

Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για το ιστολόγιο. Ο Pittermilk, ο συνθέτης των μουσικών κομματιών που συνοδεύουν τις ιστορίες του φύλακα αποφάσισε να μαζέψει κάθε ανάρτηση έως και τη σημερινή σε μια μουσική συλλογή. Η συλλογή αυτή συνοδεύεται από μικρές περιγραφές στα αγγλικά για κάθε κομμάτι καθώς και από μερικά σκίτσα εμπνευσμένα από τους ήχουν. Οι συλλογή αυτή διατίθεται δωρεάν και μπορείται να τη κατεβάσετε ή απλά να την ακούσετε εδώ.


9 - King Winter by van612

« Οι Ιχθύαγες δε φοβούνται το σκοτάδι,» μου απάντησε μελαγχολικά. « Τα βράδια βλέπουμε καλά χωρίς φως και ακούμε ακόμα καλύτερα.  Για μας η φωτιά είναι μόνο κάτι που καταστρέφει. Είμαστε λαός που αρέσκεται σε αυτά που έχει. Δε μας αρέσουν τα κόλπα και τα τεχνάσματα του νου. "Το πιο χρήσιμο εργαλείο είναι το σώμα μας", λέει ένα παλιό γνωμικό των γονέων μας.» « Τότε γιατί εσείς κάθεστε μαζί μου στη φωτιά, και γιατί έχετε ακόντια μαζί σας;»  « Διαταγές του Βασιλιά Χειμώνα. Βλέπεις, ο καλός Βασιλιάς έχει αποφασίσει πως ο…

Φύλακας Πρώτο: Φιλοξενία

Αποφάσισα να σταματήσω τις Μάσκες για λίγο καιρό. Χρειάζομαι κάμποσο χρόνο ώστε να καταφέρω να εναρμονίσω τις λέξεις με τα αυτό που έχω στο μυαλό μου. Στο ενδιάμεσο αποφάσισα να αρχίσω να αναρτώ μια άλλη σειρά ιστοριών που πιστεύω ότι κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από τις Μάσκες, θεματικά και ελπίζω εκφραστικά. Για να υπάρχει μια άλλη προσέγγιση σε αυτή τη σειρά κειμένων, ο Pittermilk του Alipasas@Giannena αποφάσισε να συνοδεύσει τα κείμενα μουσικά. Μιας και είναι η πρώτη φορά που επιχειρούμαι κάτι σαν και αυτό, κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο. Καλή ανάγνωση.
Pittermilk - Φύλακας//Μέρος Α by Pittermilk

Ήταν  το μοναδικό μπλε στο απέραντο πορφυρό. Παρ’ όλα αυτά έδενε τέλεια με το πορτοκαλί ήλιο που έδυε και τη κόκκινη άμμο στα πόδια του. Παρατηρώντας τον έτσι, συνειδητοποιώ για πρώτη φορά το πόσο μη ανθρώπινος  μοιάζει. Φοράει  ελαφρά, πάνινα  ρούχα κατάλληλα για το κλίμα της ερήμου και ένα χιτώνα  που καλύπτει όλο του το σώμα και ένα μέρος του προσώπου του. Όλα σε χρώμα σκούρου  …