Όταν έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, άρχισα να συνέρχομαι. Τότε μπήκα στο γραφείο της Έμμυ και ήρθα αντιμέτωπος με την απόγνωση την ίδια. Ο Ούγκο είχε πέσει στη πολυθρόνα απέναντι στο γραφείο με μία τεράστια σκιά να κρέμεται πάνω του. Η Έμμυ στέκονταν όρθια, με δεμένα τα χέρια και κοιτώντας με το πιο κενό βλέμμα που είχε.
            “ Τι έγινε;”της είπα προχωρώντας προς το μέρος της.
            “Η γυναίκα που έφυγε,”άρχισε να λέει ο Ούγκο. “ Ήταν κλητήρας. Μας έφερε μια κλήτευση από τη τράπεζα”.
            “ Για το δάνειο. Η τράπεζα άλλαξε διοίκηση και θέλει να γίνουν η παλαιότερες πληρωμές το γρηγορότερο. Το δάνειο πρέπει να πληρωθεί αυτή τη βδομάδα, αλλιώς θα ξεκινήσει η κατάσχεση.” μίλησε η Έμμυ και έτριψε το μέτωπό της με τα δάχτυλά της.
             Η Έμμυ είχε πάρει ένα αρκετά μεγάλο δάνειο για να ανοίξει το Σφιχτό Αβγό. Ο μόνος λόγος ο οποίος είχε εγκριθεί ήταν επειδή η γη στην οποία το κτίριο θα χτίζονταν άνηκε ήδη στην Έμμυ, οπότε η τράπεζα θα είχε διπλό όφελος σε περίπτωση όπου η αποπληρωμή ήταν αδύνατη. Δυστυχώς, η αποπληρωμή ήταν τόσο αδύνατη όσο και η ανθρώπινη πτήση.
            “Πόσα έχεις;” ρώτησα την Έμμυ. “ Έχω μερικά λεφτά στη άκρη. Ίσως αν μαζέψουμε αρκετά τους πείσουμε να αναβάλουν τη κατάσχεση.”
            “ Είναι 700.000 μάρκα Φρεντ, Πόσα μπορούμε να βρούμε άμεσα; 20, 30 χιλιάδες; Θα είναι ψίχουλα για αυτούς,” απάντησε η Έμμυ, Ο πόνος της ήταν έκδηλος,έχανε τα πάντα. Χάναμε τα πάντα.
            “Τι θα κάνουμε τότε; Να πω στον Φήλιξ ότι απολύεται;” αντιμίλησα οργισμένος και χωρίς να σκέφτομαι.
            “ Δεν ξέρω,” είπε και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της.
            “ Θα βρω τα λεφτά,” είπε ο Ούγκο αδιαφορώντας για εμάς. “Θα επιστρέψω σε λίγο”.
            Σηκώθηκε από τη καρέκλα και άρχισε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Τον σταμάτησα πιάνοντας τον από τον ώμο.
            “ Δε θα πας σε τοκογλύφο,”του είπα σφίγγοντας τα δόντια.
            “ Όχι δε θα πάω,” είπε κοιτώντας με σοβαρά για πρώτη φορά εδώ και καιρό. Έβγαλε το χέρι μου από τον ώμο του και έφυγε κλείνοντας απαλά τη πόρτα πίσω του.
            “ Λες να κάνει τίποτα;”
            “Δεν ξέρω, Έμμυ. Απλά ελπίζω να μη τα κάνει χειρότερα,” της απάντησα, χωρίς να προσπαθώ να κρύψω ότι δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στον Ούγκο.
            Σύντομα ο Μαρσέλ ήρθε και αυτός στο γραφείο. Ο Ούγκο του είχε πει ότι έγινε φεύγοντας.
            “ Ποια ήταν αυτή η γυναικά;” ρώτησε.
            « Είχε έρθει με τον Ενκαρτέ. Αυτή του είπε ότι ο Ούγκο συχνάζει εδώ. Ήθελε ένα τρόπο να βρει την ιδιοκτήτρια γρήγορα. Τι καλύτερο από το να προκαλέσει λίγη φασαρία; Και τώρα ο Ούγκο...ποιος θεός ξέρει που θα πάει για να βρει τα χρήματα,» απάντησε η Έμμυ προσπαθώντας να συγκρατηθεί.
            « Μην ανησυχείς. Ο Ούγκο ξέρει τι κάνει,» είπε ο Μαρσέλ.
            « Πότε ξέρει τι κάνει ο Ούγκο;» του φώναξα και κινήθηκα βίαια προς το μέρος του. « Τόσο καιρό μας μπλέκει, αυτό κάνει, και εσύ χωρίς να αρχίσεις να σκέφτεσαι έστω και για λίγο απλά τον ακολουθείς, εντελώς άβουλος. Πότε ήξερε ο Ούγκο τι έκανε; Όταν άρχισε να τσακώνεται με τον Λιβαίν και παραλίγο να σκοτωθώ και εγώ ή όταν παραλίγο να.....»
            « Ηρέμησε!» διέκοψε την οργή μου ο Μαρσέλ. « Δεν είμαι ηλίθιος. Ο Ούγκο ξέρει τι κάνει.»
            Έμεινε για λίγο κοιτώντας με στα μάτια. Δεν τολμούσα να γυρίσω το βλέμμα μου. Άμα σταματούσα θα ήταν σα να έλεγα ότι είχε δίκιο.
            Η Έμμυ έφυγε για λίγο από το γραφείο και επέστρεψε με τρία ποτήρια και ένα διάφανο μπουκάλι . Έδωσε από ένα ποτήρι στο καθένα και το γέμισε μέχρι το χείλος. Όταν το ποτήρι μου άδειασε το ξαναγέμισε και πήγα να κάτσω.
            Έπεσα στη καρέκλα πιο κουρασμένος από ποτέ. Εκείνη τη μέρα η Αννέτ ξανακυλούσε στο όπιο. Εκείνη τη μέρα η Έμμυ έχανε τη περιουσία της και εμείς το πιο σημαντικό μέρος που είχαμε. Ήξερα ότι κάτι έπρεπε να κάνω, να βοηθήσω την Αννέτ. Να μας βοηθήσω όλους. Αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος. Ήθελα απλά να επιστρέψω σπίτι και να κοιμηθώ στο πλάι της. Ήθελα απλά να ξυπνήσω, να βρω την Αννέτ δίπλα μου και να περάσω μια ήσυχη μέρα μαζί της. Να μην υπάρχει ο Ούγκο. Να μην υπάρχει το Σφιχτό Αυγό και να μην υπάρχει η « Μελπομένη». 
            Ο ήχος της τσάντας που έπεσε στο γραφείο της Έμμυ διέκοψε τις σκέψεις μου.
            « Έτοιμοι», είπε ο Ούγκο. « 700.000 μάρκα. Σε δεσμίδες των δέκα χιλιάδων»
            Σηκώθηκα χωρίς να μιλήσω. Πήρα τη τσάντα και της άδειασα πάνω στο γραφείο. Βλέποντας τις δεσμίδες να πέφτουν μια μια ένιωσα το βάρος στο στήθος μου να αλαφραίνει, αλλά μετά έκανα τη πιο λογική σκέψη που μπορούσα.
            « Επέστρεψε με ακριβώς τα λεφτά που χρειάζονται. Δε πήγες σπίτι σου, ήρθες πολύ γρήγορα, και δεν υπάρχει περίπτωση να  βρήκες έστω και τοκογλύφο που να έχει ένα τέτοιο ποσό διαθέσιμο άμεσα. Που βρήκες τα χρήματα;» ρώτησα τον Ούγκο κοιτώντας τον όσο πιο έντονα μπορούσα ενώ η Έμμυ το είχε ήδη αγκαλιάσει με δάκρυα στα μάτια της.
            Αργώντας να μου απαντήσει μου είπε « Απλά τα βρήκα». Το θράσος του ήταν απερίγραπτο.
            « Που βρήκες τα λεφτά;»  επανέλαβαν.
            « Ας τον ήσυχο» είπε ο Μαρσέλ. « Σου είπε ότι θα τα βρει και τα βρήκε.»
            « Σε ποίον ανήκουν τα χρήματα;»
            « Φρεντ, σε παρακαλώ,» μου είπε η Έμμυ. « Μια άλλη μέρα, όχι τώρα»
            Βλέποντας τη δε μπορούσα να της αρνηθώ τίποτα. Μόλις είχε ξεφύγει από το χειρότερό της εφιάλτη. Ήθελε απλά ηρεμία, όπως και εγώ. « Καληνύχτα» τους είπα και έφυγα.
             Πλησιάζοντας προς το σπίτι μου άρχισα να σκέφτομαι περισσότερο την Αννέτ. Ήλπιζα να είναι εντάξει, να τη βρω νηφάλια και ίσως ξύπνια. Ίσως να γιορτάζαμε την επιτυχία της με εκείνο το μπουκάλι κρασί που η Έμμυ μου είχε δωρίσει για τα γενέθλιά μου. Δεν το είχαμε ανοίξει και πίστευα ότι άμα το ανοίγαμε εκείνη τη βραδιά θα ήταν η καλύτερη στιγμή. Ή ίσως να το ανοίγαμε την επόμενη. Έτσι θα είχα λίγο χρόνο για να αγοράσω κάμποσο γαλλικό τυρί και ίσως κατάφερνα να της έκανα και τοστ με αυγό και ζάχαρη για πρωινό, όπως της άρεσε. Πάντα μου έλεγε ότι πότε δε κατάφερνε να το φτιάχνει όπως η μητέρα της και εγώ ποτέ δεν ήμουν καλός στη μαγειρική. Αυτή τη φορά όμως θα τα κατάφερνα ακόμα και αν έκαιγα μια ολόκληρη μπαγκέτα.
            Ανοίγοντας τη πόρτα και μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο κατάλαβα ότι τίποτα από αυτά δε θα γινόταν. Δε θα άνοιγα το μπουκάλι και δεν θα αγόραζα τυρί. Δε θα της μαγείρευα πρωινό γιατι είχε φύγει. Η Αννέτ είχε φύγει και είχε πάρει το όπιο μαζί της.  

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.