Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η νύχτα που φορέσαμε τις μάσκες 2: Η αναμέτρηση. Μέρος Τρίτο


              Όταν έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, άρχισα να συνέρχομαι. Τότε μπήκα στο γραφείο της Έμμυ και ήρθα αντιμέτωπος με την απόγνωση την ίδια. Ο Ούγκο είχε πέσει στη πολυθρόνα απέναντι στο γραφείο με μία τεράστια σκιά να κρέμεται πάνω του. Η Έμμυ στέκονταν όρθια, με δεμένα τα χέρια και κοιτώντας με το πιο κενό βλέμμα που είχε.
            “ Τι έγινε;”της είπα προχωρώντας προς το μέρος της.
            “Η γυναίκα που έφυγε,”άρχισε να λέει ο Ούγκο. “ Ήταν κλητήρας. Μας έφερε μια κλήτευση από τη τράπεζα”.
            “ Για το δάνειο. Η τράπεζα άλλαξε διοίκηση και θέλει να γίνουν η παλαιότερες πληρωμές το γρηγορότερο. Το δάνειο πρέπει να πληρωθεί αυτή τη βδομάδα, αλλιώς θα ξεκινήσει η κατάσχεση.” μίλησε η Έμμυ και έτριψε το μέτωπό της με τα δάχτυλά της.
             Η Έμμυ είχε πάρει ένα αρκετά μεγάλο δάνειο για να ανοίξει το Σφιχτό Αβγό. Ο μόνος λόγος ο οποίος είχε εγκριθεί ήταν επειδή η γη στην οποία το κτίριο θα χτίζονταν άνηκε ήδη στην Έμμυ, οπότε η τράπεζα θα είχε διπλό όφελος σε περίπτωση όπου η αποπληρωμή ήταν αδύνατη. Δυστυχώς, η αποπληρωμή ήταν τόσο αδύνατη όσο και η ανθρώπινη πτήση.
            “Πόσα έχεις;” ρώτησα την Έμμυ. “ Έχω μερικά λεφτά στη άκρη. Ίσως αν μαζέψουμε αρκετά τους πείσουμε να αναβάλουν τη κατάσχεση.”
            “ Είναι 700.000 μάρκα Φρεντ, Πόσα μπορούμε να βρούμε άμεσα; 20, 30 χιλιάδες; Θα είναι ψίχουλα για αυτούς,” απάντησε η Έμμυ, Ο πόνος της ήταν έκδηλος,έχανε τα πάντα. Χάναμε τα πάντα.
            “Τι θα κάνουμε τότε; Να πω στον Φήλιξ ότι απολύεται;” αντιμίλησα οργισμένος και χωρίς να σκέφτομαι.
            “ Δεν ξέρω,” είπε και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της.
            “ Θα βρω τα λεφτά,” είπε ο Ούγκο αδιαφορώντας για εμάς. “Θα επιστρέψω σε λίγο”.
            Σηκώθηκε από τη καρέκλα και άρχισε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Τον σταμάτησα πιάνοντας τον από τον ώμο.
            “ Δε θα πας σε τοκογλύφο,”του είπα σφίγγοντας τα δόντια.
            “ Όχι δε θα πάω,” είπε κοιτώντας με σοβαρά για πρώτη φορά εδώ και καιρό. Έβγαλε το χέρι μου από τον ώμο του και έφυγε κλείνοντας απαλά τη πόρτα πίσω του.
            “ Λες να κάνει τίποτα;”
            “Δεν ξέρω, Έμμυ. Απλά ελπίζω να μη τα κάνει χειρότερα,” της απάντησα, χωρίς να προσπαθώ να κρύψω ότι δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στον Ούγκο.
            Σύντομα ο Μαρσέλ ήρθε και αυτός στο γραφείο. Ο Ούγκο του είχε πει ότι έγινε φεύγοντας.
            “ Ποια ήταν αυτή η γυναικά;” ρώτησε.
            « Είχε έρθει με τον Ενκαρτέ. Αυτή του είπε ότι ο Ούγκο συχνάζει εδώ. Ήθελε ένα τρόπο να βρει την ιδιοκτήτρια γρήγορα. Τι καλύτερο από το να προκαλέσει λίγη φασαρία; Και τώρα ο Ούγκο...ποιος θεός ξέρει που θα πάει για να βρει τα χρήματα,» απάντησε η Έμμυ προσπαθώντας να συγκρατηθεί.
            « Μην ανησυχείς. Ο Ούγκο ξέρει τι κάνει,» είπε ο Μαρσέλ.
            « Πότε ξέρει τι κάνει ο Ούγκο;» του φώναξα και κινήθηκα βίαια προς το μέρος του. « Τόσο καιρό μας μπλέκει, αυτό κάνει, και εσύ χωρίς να αρχίσεις να σκέφτεσαι έστω και για λίγο απλά τον ακολουθείς, εντελώς άβουλος. Πότε ήξερε ο Ούγκο τι έκανε; Όταν άρχισε να τσακώνεται με τον Λιβαίν και παραλίγο να σκοτωθώ και εγώ ή όταν παραλίγο να.....»
            « Ηρέμησε!» διέκοψε την οργή μου ο Μαρσέλ. « Δεν είμαι ηλίθιος. Ο Ούγκο ξέρει τι κάνει.»
            Έμεινε για λίγο κοιτώντας με στα μάτια. Δεν τολμούσα να γυρίσω το βλέμμα μου. Άμα σταματούσα θα ήταν σα να έλεγα ότι είχε δίκιο.
            Η Έμμυ έφυγε για λίγο από το γραφείο και επέστρεψε με τρία ποτήρια και ένα διάφανο μπουκάλι . Έδωσε από ένα ποτήρι στο καθένα και το γέμισε μέχρι το χείλος. Όταν το ποτήρι μου άδειασε το ξαναγέμισε και πήγα να κάτσω.
            Έπεσα στη καρέκλα πιο κουρασμένος από ποτέ. Εκείνη τη μέρα η Αννέτ ξανακυλούσε στο όπιο. Εκείνη τη μέρα η Έμμυ έχανε τη περιουσία της και εμείς το πιο σημαντικό μέρος που είχαμε. Ήξερα ότι κάτι έπρεπε να κάνω, να βοηθήσω την Αννέτ. Να μας βοηθήσω όλους. Αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος. Ήθελα απλά να επιστρέψω σπίτι και να κοιμηθώ στο πλάι της. Ήθελα απλά να ξυπνήσω, να βρω την Αννέτ δίπλα μου και να περάσω μια ήσυχη μέρα μαζί της. Να μην υπάρχει ο Ούγκο. Να μην υπάρχει το Σφιχτό Αυγό και να μην υπάρχει η « Μελπομένη». 
            Ο ήχος της τσάντας που έπεσε στο γραφείο της Έμμυ διέκοψε τις σκέψεις μου.
            « Έτοιμοι», είπε ο Ούγκο. « 700.000 μάρκα. Σε δεσμίδες των δέκα χιλιάδων»
            Σηκώθηκα χωρίς να μιλήσω. Πήρα τη τσάντα και της άδειασα πάνω στο γραφείο. Βλέποντας τις δεσμίδες να πέφτουν μια μια ένιωσα το βάρος στο στήθος μου να αλαφραίνει, αλλά μετά έκανα τη πιο λογική σκέψη που μπορούσα.
            « Επέστρεψε με ακριβώς τα λεφτά που χρειάζονται. Δε πήγες σπίτι σου, ήρθες πολύ γρήγορα, και δεν υπάρχει περίπτωση να  βρήκες έστω και τοκογλύφο που να έχει ένα τέτοιο ποσό διαθέσιμο άμεσα. Που βρήκες τα χρήματα;» ρώτησα τον Ούγκο κοιτώντας τον όσο πιο έντονα μπορούσα ενώ η Έμμυ το είχε ήδη αγκαλιάσει με δάκρυα στα μάτια της.
            Αργώντας να μου απαντήσει μου είπε « Απλά τα βρήκα». Το θράσος του ήταν απερίγραπτο.
            « Που βρήκες τα λεφτά;»  επανέλαβαν.
            « Ας τον ήσυχο» είπε ο Μαρσέλ. « Σου είπε ότι θα τα βρει και τα βρήκε.»
            « Σε ποίον ανήκουν τα χρήματα;»
            « Φρεντ, σε παρακαλώ,» μου είπε η Έμμυ. « Μια άλλη μέρα, όχι τώρα»
            Βλέποντας τη δε μπορούσα να της αρνηθώ τίποτα. Μόλις είχε ξεφύγει από το χειρότερό της εφιάλτη. Ήθελε απλά ηρεμία, όπως και εγώ. « Καληνύχτα» τους είπα και έφυγα.
             Πλησιάζοντας προς το σπίτι μου άρχισα να σκέφτομαι περισσότερο την Αννέτ. Ήλπιζα να είναι εντάξει, να τη βρω νηφάλια και ίσως ξύπνια. Ίσως να γιορτάζαμε την επιτυχία της με εκείνο το μπουκάλι κρασί που η Έμμυ μου είχε δωρίσει για τα γενέθλιά μου. Δεν το είχαμε ανοίξει και πίστευα ότι άμα το ανοίγαμε εκείνη τη βραδιά θα ήταν η καλύτερη στιγμή. Ή ίσως να το ανοίγαμε την επόμενη. Έτσι θα είχα λίγο χρόνο για να αγοράσω κάμποσο γαλλικό τυρί και ίσως κατάφερνα να της έκανα και τοστ με αυγό και ζάχαρη για πρωινό, όπως της άρεσε. Πάντα μου έλεγε ότι πότε δε κατάφερνε να το φτιάχνει όπως η μητέρα της και εγώ ποτέ δεν ήμουν καλός στη μαγειρική. Αυτή τη φορά όμως θα τα κατάφερνα ακόμα και αν έκαιγα μια ολόκληρη μπαγκέτα.
            Ανοίγοντας τη πόρτα και μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο κατάλαβα ότι τίποτα από αυτά δε θα γινόταν. Δε θα άνοιγα το μπουκάλι και δεν θα αγόραζα τυρί. Δε θα της μαγείρευα πρωινό γιατι είχε φύγει. Η Αννέτ είχε φύγει και είχε πάρει το όπιο μαζί της.  

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Πέμπτο

Duel by Pittermilk


« Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι. « Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...» « Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.» « Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια. « Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.» Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρίζει στην γυναίκα. « Ομιλητή,» είπε ο …

Φύλακας Τρίτο: Ιχθύαγες, Μέρος Τρίτο

Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για το ιστολόγιο. Ο Pittermilk, ο συνθέτης των μουσικών κομματιών που συνοδεύουν τις ιστορίες του φύλακα αποφάσισε να μαζέψει κάθε ανάρτηση έως και τη σημερινή σε μια μουσική συλλογή. Η συλλογή αυτή συνοδεύεται από μικρές περιγραφές στα αγγλικά για κάθε κομμάτι καθώς και από μερικά σκίτσα εμπνευσμένα από τους ήχουν. Οι συλλογή αυτή διατίθεται δωρεάν και μπορείται να τη κατεβάσετε ή απλά να την ακούσετε εδώ.


9 - King Winter by van612

« Οι Ιχθύαγες δε φοβούνται το σκοτάδι,» μου απάντησε μελαγχολικά. « Τα βράδια βλέπουμε καλά χωρίς φως και ακούμε ακόμα καλύτερα.  Για μας η φωτιά είναι μόνο κάτι που καταστρέφει. Είμαστε λαός που αρέσκεται σε αυτά που έχει. Δε μας αρέσουν τα κόλπα και τα τεχνάσματα του νου. "Το πιο χρήσιμο εργαλείο είναι το σώμα μας", λέει ένα παλιό γνωμικό των γονέων μας.» « Τότε γιατί εσείς κάθεστε μαζί μου στη φωτιά, και γιατί έχετε ακόντια μαζί σας;»  « Διαταγές του Βασιλιά Χειμώνα. Βλέπεις, ο καλός Βασιλιάς έχει αποφασίσει πως ο…

Φύλακας Πρώτο: Φιλοξενία

Αποφάσισα να σταματήσω τις Μάσκες για λίγο καιρό. Χρειάζομαι κάμποσο χρόνο ώστε να καταφέρω να εναρμονίσω τις λέξεις με τα αυτό που έχω στο μυαλό μου. Στο ενδιάμεσο αποφάσισα να αρχίσω να αναρτώ μια άλλη σειρά ιστοριών που πιστεύω ότι κινείται σε κατεύθυνση αντίθετη από τις Μάσκες, θεματικά και ελπίζω εκφραστικά. Για να υπάρχει μια άλλη προσέγγιση σε αυτή τη σειρά κειμένων, ο Pittermilk του Alipasas@Giannena αποφάσισε να συνοδεύσει τα κείμενα μουσικά. Μιας και είναι η πρώτη φορά που επιχειρούμαι κάτι σαν και αυτό, κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο. Καλή ανάγνωση.
Pittermilk - Φύλακας//Μέρος Α by Pittermilk

Ήταν  το μοναδικό μπλε στο απέραντο πορφυρό. Παρ’ όλα αυτά έδενε τέλεια με το πορτοκαλί ήλιο που έδυε και τη κόκκινη άμμο στα πόδια του. Παρατηρώντας τον έτσι, συνειδητοποιώ για πρώτη φορά το πόσο μη ανθρώπινος  μοιάζει. Φοράει  ελαφρά, πάνινα  ρούχα κατάλληλα για το κλίμα της ερήμου και ένα χιτώνα  που καλύπτει όλο του το σώμα και ένα μέρος του προσώπου του. Όλα σε χρώμα σκούρου  …