Δεν είχα και μεγάλα κέφια για να παρακολουθήσω το παιχνίδι τους και νιώθω ευγνώμων που δεν έλαβα μέρος στη διοργάνωση του. Ήθελα να ξεχαστώ για λίγο, αλλά όχι να ξεχάσω ότι η Αννέτ μπορεί να είχε ήδη αρχίσει να θερμαίνει το όπιο. Αναρωτιόμουν αν θα ήμουν ικανός, αν θα είχα τη θέληση να αρχίσω από το μηδέν τη προσπάθεια ξανά. Αναρωτιόμουν αν η ίδια η Αννέτ θα το ήθελε.
           Μου το είχε πει πολλές φορές, ιδίως τους τελευταίους μήνες. Ήθελε να απεξαρτηθεί. Δυστυχώς ακόμα είχα πρόβλημα να τη πιστέψω. Πάντα προσπαθούσε να κρύψει την εξάρτησή της και κάθε εξαρτημένος θα έλεγε ψέματα για να αποφύγει την αποτοξίνωση.
           “Με ποίου το μέρος είστε;” άκουσα μια γυναικεία φωνή να με τραβά από της σκέψης μου.
           Γυρνώντας είδα μια από τις αξιοπρόσεκτες παρουσίες που έχω δει ποτέ. Είχε σπαστά, μελαχρινά μαλλιά και ελαφρά μελαψό δέρμα. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα και φαινόταν τόσο άνετη όσο και Ούγκο, αν όχι περισσότερο.
           “Λοιπόν ;” με παρακίνησε να απαντήσω πίνοντας μια γουλιά από το Tom Collins της.
           “Με κανέναν,” της είπα. “Απλά παρακολουθώ. Εσείς; “
           “ Είμαι με τον κύριο Ενκαρτέ.”
           “ Γιατί;”
           “ Απλά πιστεύω ότι για απόψε είμαστε στην ίδια κατηγορία θαμώνων.”
           “ Ίδια κατηγορία;” ρώτησα περιμένοντας να πάρω μια κανονική εξήγηση για την περίεργη απάντησή της.
           “ Είναι και για τους δύο η πρώτη φορά που ερχόμαστε στο Σφιχτό Αβγό,” μου είπε χαμογελώντας, καθώς ο Ενκαρτέ έκανε ροκέ.
           “ Ήρθατε μαζί;”
           “Όχι, ο ερχομός την ίδια μέρα είναι μια απλή συγκυρία και φυσικά, δεν ήρθα με κανένα εκδικητικό σκοπό.”
           “ Τότε γιατί ήρθατε;”
           “ Άκουσα ότι το Σφιχτό Αβγό είναι ένα μέρος όπου συχνάζουν πολλοί καλλιτέχνες και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι. Μου έχουν πει ότι κάθε βραδιά είναι μοναδική και ότι πολλές φορές, ποτέ δε ξέρεις πώς θα τελειώσει η νύχτα σου. 'Ήθελα να το δω μόνη μου,” μου απάντησε πίνοντας μια γουλιά από το ποτό της και κοιτώντας με στα μάτια.
           “ Και λοιπόν; Τι έχετε να πείτε μέχρι τώρα;”
           “ Μπορώ να πω ότι έχω γνωρίσει αρκετά ενδιαφέροντες ανθρώπους μέχρι στιγμής.”
           Χαμογελώντας, απέφυγα το βλέμμα της και προσπάθησα να σταματήσω τη συζήτηση. Η μάχη μεταξύ του Ούγκο και του Ενκαρτέ είχε ανάψει για τα καλά και ,εν αντιθέσει με την αρχική εκρηκτική ατμόσφαιρα, τώρα όλοι παρακολουθούσαν ήσυχα και προσεκτικά την κάθε κίνηση.
           Ο Ούγκο είχε ήδη φάει έναν αξιωματικό του Ενκαρτέ ο οποίος δεν φαινόταν να πτοείται. Αντίθετα, αποφάσισε να ανοιχτεί περισσότερο βάζοντας τη βασίλισσα του στο παιχνίδι και τρώγοντας το αριστερό άλογο του Ούγκο. Εκείνος έριξε το μεγαλύτερο, εντονότερο χασμουρητό που τον είδα και άκουσα ποτέ να ρίχνει και προχώρησε ένα απλό πιόνι μπροστά. Βλέποντας τον, ο Ενκαρτέ κατακοκκίνισε, έσφιξε τα μάτια και του έριξε μία αναλόγως μεγαλοπρεπή γκριμάτσα χλευασμού καθώς του έπαιρνε και το άλλο άλογο.
           Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι έκανε τον Ενκαρτέ να έρθει εδώ απόψε. Κρίνοντας από τα ρούχα του, ήταν ευκατάστατος. Λογικά ήταν παντρεμένος και πιθανόν θα είχε και παιδιά. Φαινόταν σαν ένα από τους 'κυρίους' που συχνάζουν στις ρεφορμιστικές λέσχες της κάθε πόλης. Φαινόταν να περνάει ώρες ωρών μιλώντας για πολιτική και στο τέλος ψηφίζει το μεγαλύτερο πελάτη του. Αγοράζει πίνακες ζωγραφικής, αλλά ποτέ δεν έχει νιώσει την αιτία ούτε μιας πινελιάς. Δεν φοράει τσαλακωμένα πουκάμισα, και ποτέ δεν δίνει ψιλά σε ζητιάνους.
           “ Πιστεύω ότι ο κύριος Ενκαρτέ είναι απίστευτα εγωιστής,” την άκουσα να διακόπτει τις σκέψεις μου καθώς γυρνούσα το κεφάλι μου απορημένος. “ Ήρθε απροειδοποίητα, μια απλή μέρα, ζητώντας να σώσει τη τιμή του μετά από τόσο καιρό.”
           “ Ίσως να έχετε δίκιο,” της απάντησα. Είχε δίκιο, ο Ενκαρτέ ήταν εγωιστής, αλλά ήταν και δειλός, αλλιώς δε θα περίμενε τόσα χρόνια για την αναμέτρηση.
           “Τόσην ώρα δε συστηθήκαμε. Πως σας λένε;”
           “ Φρέντερικ,” της είπα. “Εσάς;”
           “ Μελπομένη,” μου χαμογέλασε.
           “ Χαίρομαι για τη γνωριμία.”
           “ Και εγώ. Μου αρέσει αρκετά εδώ. Μάλλον θα αρχίσω να συχνάζω και εγώ.”
           “ Θα έπρεπε”, της είπα. “ Η παρέα σας θα ήταν μια ευχάριστη προσθήκη.”
           “ Ναι. Ίσως να μου γνωρίσετε και τον κύριο Ούγκο. Γιατί όχι και απόψε.”
           “ Λυπάμαι, αλλά αυτό δεν γίνεται. Θα πρέπει να του συστηθείτε μόνη σας,” είπα και τραβήχτηκα ελαφρά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
           “ Μα γιατί δε θέλετε να με συστήσετε;”
           “ Απλά γιατί δε γνωρίζω τον κύριο Ούγκο,” της απάντησα με το μεγαλύτερό ψέμα της βραδιάς.            
            “Συχνάζω εδώ. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι γνωρίζω τους πάντες εδώ μέσα.”
           “ Κρίμα,” είπε γυρνώντας το κεφάλι της προς το αγώνα. “ Θα ήθελα να τον γνωρίσω.”
           Δεν ξέρω τι με έκανε να μη της πω την αλήθεια. Ίσως ήθελα ν αποφύγω την όλη φασαρία. Το να συστήνεις άνθρωπο στον Ούγκο είναι σα να ταΐζεις αρκούδα από το χέρι σου. Ένας από τους άβατους κανόνες της μικρής κοινωνίας μας ήταν αυτός. Να μην ασχολούμαστε με τρίτους και με τον Ούγκο ταυτόχρονα. Αλλά πάλι, ίσως ο Ούγκο να μην ήταν το πρόβλημα. Ίσως η ίδια η πιθανή γνωριμία, και η ακόμη πιο πιθανή έλξη να ήταν το πρόβλημα.
           “Νίκησε!” φώναξε η Μελπομένη συνοδευόμενη με μερικές ιαχές από το υπόλοιπο κοινό. Το παιχνίδι είχε τελειώσει και ο Ενκαρτέ άναβε το μεγάλο πούρο του φανταστικού στρατηλάτη ενώ ο Μαρσέλ μάζευε απογοητευμένος τα σκόρπια πιόνια από το πάτωμα.
           Πρόσεξα ότι ήταν τόσο ενθουσιασμένη που της είπα ” Μαντέψατε σωστά το ποιος θα νικήσει.”
           “ Υποστηρίζω πάντα το νικητή”μου είπε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της.
           Γύρισα προς το μπαρ για να πάρω το ποτό μου και γέλασα με τον εαυτό και με ότι παραλίγο να πιστέψω. Τράβηξα μια γεμάτη γουλιά και όταν κατάπια άκουσα στο αυτί μου την Μελπομένη να μου λέει: “ Κάποιος κύριος Ούγκο σας ψάχνει”
           Αμέσως γύρισα και είδα τον Ούγκο να έρχεται χαρούμενος προς το μέρος μου με τα χέρια ανοιχτά.
           “Φρέντερικ, έχασα,” είπε με ένα μεγάλο χαμόγελο.
           “Και γιατί χαίρεσαι τότε;” τον ρώτησα ενώ έβλεπα τη Μελπομένη να μου ρίχνει το ίδιο βλέμμα με αυτό που μου έδινε η μητέρα μου όταν της ορκιζόμουν ότι δεν είχα αργήσει για το μάθημα βιολιού.
                      “ Δεν χαίρομαι. Απλά το βρίσκω αρκετά αστείο.”
           “ Δηλαδή,” ρώτησε η Μελπομένη μπαίνοντας στη κουβέντα. “ Τι είναι τόσο αστείο στην ήττα σας;”
           “ Τι δεν είναι. Ο Ντόριαν πέρασε εφτά χρόνια της ζωής του δουλεύοντας και προετοιμάζοντας τον εαυτό του για αυτή τη βραδιά...”
           “ Ενώ ο Ούγκο πέρασε τα ίδια χρόνια με δανεικά από τους γονείς του και μπλέκοντας όποιον βρίσκονταν μαζί του στις πιο γελοίες περιπέτειες που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα, “ είπα διακόπτοντας τον Ούγκο.
           “ Κάτι τέτοιο περίπου. Πως σας λένε.” είπε απότομα στην Μελπομένη αγνοώντας με και αρπάζοντας το χέρι της έτοιμος να το φιλήσει.
           Βλέποντας τον Ούγκο να πιάνει δουλειά μετά τη μικρή του προθέρμανση με τον Ενκαρτέ, αποφάσισα να πάρω λίγο φρέσκο αέρα. Βγήκα έξω και ακούμπησα με τη πλάτη στο τοίχο. Έβγαλα το ρολόι από τη τσέπη μου. Η ώρα ήταν μόλις οχτώ και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα επέστρεφα στην Αννέτ στις δέκα. Έμεινα για λίγο έτσι, κοιτώντας το ρολόι, ερωτώμενος αν θα τολμούσα να επέστρεφα εκείνη τη στιγμή. Τελικά αποφάσισα να μείνω για λίγο έξω, ανάβοντας ένα τσιγάρο.
           Σε λίγο ο Φήλιξ βγήκε έξω, σέρνοντας μαζί του έναν άνδρα μισολιπόθυμο. Με το που τον ακούμπησε στο τοίχο, ο άνδρας άρχισε να ξερνά μέχρις ότου δεν είχε μείνει τίποτα στο στομάχι του.
           “Τι έγινε;” ρώτησα τον Φήλιξ.
           “ Του έδωσα να πιει σεισμό,”
           “Και τον πείραξε τόσο;”
           “ Είχε πιει περισσότερο πριν,” μου απάντησε καθώς ο άνδρας άρχισε να ξερνά πάλι.
           “ Κατάλαβα.”είπα και βοήθησα τον Φήλιξ να σηκώσει τον άνδρα.
           Τον κουβαλήσαμε μαζί μέχρι τη κοντινότερη μισθωτή άμαξα. Δώσαμε στο οδηγό μερικά χαρτονομίσματα, από αυτά που βρήκαμε στο πορτοφόλι του μεθυσμένου, και του είπαμε να τον κάνει μερικές βόλτες μέχρι να συνέλθει. Αφού είδαμε την άμαξα να απομακρύνεται, γυρίσαμε μέσα.
           Έψαξα να βρω τον Ούγκο και τη Μελπομένη, αλλά δεν ήταν πουθενά. Έτσι αποφάσισα να πιω έναν ακόμη σεισμό, γιορτάζοντας την ήττα του Ούγκο. Σε λίγο συνειδητοποίησα ότι δίπλα μου κάθονταν ο Ενκαρτέ. Την τελευταία φορά που τον είδα είχε το πιο μεγάλο χαμόγελο αλλά τώρα κάθονταν στεναχωρημένος στη καρέκλα του κοιτώντας το ουίσκι που είχε στο χέρι του.
           “ Τι έχεις;” Αποφάσισα να του πιάσω την κουβέντα.
           “ Νίκησα,” μου είπε χαμογελώντας μελαγχολικά και ήπιε μια γουλιά.
           “ Δε θα έπρεπε να χαίρεσαι; Συνέτριψες τον Ούγκο και πήρες την εκδίκησή σου.”
           “ Τον συνέτριψα ναι, αλλά ξέρεις τι έκανε μετά αυτός ο παλιάτσος;”
           “ Τι;” τον ρώτησα.
           “ Πήγε και την έπεσε στη ντάμα μου.”
           “ Πότε;” τον ρώτησα απορημένος,
           “ Αμέσως αφού τελείωσε το παιχνίδι. Ήρθε εδώ που είμαι εγώ τώρα και άρχισε να μιλά με έναν φίλο του. Μετά από λίγο τον είδα να κατευθύνεται με τη ντάμα μου, η οποία καθόταν και εκείνη στο μπαρ, προς εκείνη τη πόρτα.” είπε δείχνοντας προς την πόρτα που οδηγούσε στο γραφείο της Έμμυ.           
           “ Είναι η γυναίκα σου;” τον ρώτησα θέλοντας να μάθω περισσότερες πληροφορίες για τη Μελπομένη. Ξαφνικά αισθανόμουν πιο ανάλαφρος για την αλήθεια που είχα προσπαθήσει να κρύψω.
           “ Όχι, όχι βέβαια. Η γυναίκα μου μάλλον κοιμίζει τον γιο μου τώρα. Τη Μελπομένη τη γνώρισα στη Λέσχη του Μπέρνσταϊν χθες το απόγευμα. Μιλήσαμε για ώρες και κάποια στιγμή μου ανέφερε ότι θα ήθελε να επισκεφθεί το Σφιχτό Αβγό. Στην αρχή προσπάθησα να την κάνω να αλλάξει γνώμη. Μια ωραία γυναίκα σαν και εκείνη δε πρέπει να συχνάζει σε τέτοια χαμαιτυπεία. Αλλά όταν μου ανάφερε ότι ο Ούγκο συχνάζει εδώ, απλά δεν μπορούσα να αρνηθώ αυτή τη ευκαιρία για εκδίκηση.”
           “ Τώρα έχεις και μια ευκαιρία για να τον χτυπήσεις πάντως,” του είπα θυμωμένος με τον εαυτό μου και τον Ούγκο.Προφανώς η Μελπομένη είχε γλιστρήσει μέσα χωρίς να τη προσέξει κανείς όταν ο Ούγκο και ο Ενκαρτέ λογομαχούσαν.
           “ Μακάρι να μπορούσα, αλλά μόνο και μόνο η παρουσία μου εδώ διακινδυνεύει τη φήμη μου ως δικηγόρος. Φαντάσου να έμπλεκα και σε αψιμαχίες,” μου απάντησε με καημό και ξαναβούτηξε στο ποτήρι του.
           Αποφάσισα να πάω στην Έμμυ. Δεν ήξερα τι προθέσεις είχε η Μελπομένη, αν την λέγανε όντως έτσι, αλλά έπρεπε να ελέγξω την κατάσταση πριν γίνει κάτι άσχημο. Κινούμουν προς την πόρτα όταν ξαφνικά είδα την Μελπομένη να την ανοίγει βγαίνοντας από το γραφείο της Έμμυ.
           “ Φρέντερικ,” μου φώναξε χαμογελώντας” που χάθηκες; Ο Ούγκο και εγώ σε ψάχναμε”
           “ Ξέρω ότι ήρθες με τον Ενκαρτέ.” της είπα κοιτώντας τη στα μάτια. Έκανε μια μικρή κίνηση να φύγει, αλλά της έπιασα το χέρι από το καρπό.
           “Ξέρω ότι εσύ είπες στον Ενκαρτέ ότι θα βρει τον Ούγκο εδώ.” της είπα με σφιγμένα δόντια.
           “Φρέντερικ, άφησε το χέρι μου.... με πονάς,” μου είπε μαλακά με ένα ελαφρύ μειδίαμα.
           Δε μπορούσα παρά να αφήσω το χέρι της. “ Ποια είσαι;” τη ρώτησα με τη φωνή μου να τρέμει. Η επίδρασή της πάνω μου είχε μεγαλώσει.
           Η Μελπομένη με ακούμπησε με το δεξί της χέρι στο στέρνο μου και τεντώνοντας το λαιμό της μου ψιθύρισε στο αυτί. “ Θα σε δω σε μια βδομάδα.” Η φωνή της μου προκάλεσε ρίγη. Σήκωσε το χέρι της και άρχισε να περπατά αργά προς την έξοδο.
           Έμεινα για λίγο ακίνητος βλέποντάς τη να φεύγει. Θα μπορούσα να τρέξω για να τη σταματήσω. Θα μπορούσα να μην είχα αφήσει το χέρι της εξ' αρχής, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε, ο τρόπος με τον οποίο μου μίλησε, με άφησαν εντελώς αβοήθητο. Δεν μπορούσα παρά απλά να την κοιτώ.

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.