“ Ψεύδεσαι!” φώναξε η Έμμυ, αρνούμενη να με πιστέψει.
            “ Σου λέω ακριβώς την αλήθεια,” της απάντησα.  “Άφησα την Αννέτ να μείνει μόνη της στο σπίτι. “
            “ Μα πως μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Ξέρεις τι μπορεί να κάνει όταν είναι μόνη της. “
            “ Δεν θα κάνει τίποτα, Έμμυ, το έχει ξεπεράσει πλέον.”
            “ Πόσο σίγουρος είσαι για αυτό;” με ρώτησε, κοιτώντας με με το πιο επικριτικό βλέμμα που είχε. “ Τι και αν έχει κρύψει κάπου μες στο σπίτι...”
            “ Υπάρχει μία γερή δόση οπίου στο δεύτερο ράφι του αριστερού κομοδίνου,” τη διέκοψα. “ Το τσιμπούκι είναι εμφανώς αφημένο στο ίδιο κομοδίνο. Δεν έχει παρά να το πάρει και να το ανάψει.”
            “ Και το λες με τόση σιγουριά;”
            “ Ξέρω πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να το χρησιμοποιήσει. Την εμπιστεύομαι.”
            Με τις τελευταίες μου λέξεις, η Έμμυ με κοίταξε για λίγο στα μάτια και μου είπε: “ Όσες τρέλες και να κάνει ο Ούγκο, αυτό που κάνεις σήμερα είναι χειρότερο.”
            “Αύριο θα μου πεις ότι είχα δίκιο,” της απάντησα προσπαθώντας να χαμογελάσω και κατευθύνθηκα προς το μπαρ.
            Δεν μπορούσα να αποπάρω την Έμμυ. Ήταν σαφώς τόσο αγχωμένη όσο και φοβισμένη. Η εξάρτηση της Αννέτ στο όπιο ήταν κάτι που μας είχε χτυπήσει όλους έντονα. Κάτι που είχε ξεκινήσει ως μία απλή διασκέδαση, παραλίγο να την καταστρέψει. Βυθισμένη στη μέθη του οπίου, η Αννέτ είχε σχεδόν χάσει κάθε επαφή με τον κόσμο. Συνεχώς ράθυμη και παθητική, αγνοούσε όποιον βρίσκονταν δίπλα της και ασθενούσε σωματικά σε σημείο όπου είχε χάσει σχεδόν το ένα τρίτο του βάρους της.Τρομαγμένος και οργισμένος με την κατάσταση στην οποία είχε φέρει τον εαυτός της, αλλά οργισμένος και με μένα που το επέτρεπα για τόσο καιρό, την ανάγκασα με τη βία να απεξαρτηθεί. Την ανάγκασα να μετακομίσει μαζί μου και της απαγόρευσα να βγαίνει από το σπίτι χωρίς τη συνοδεία μου. Η πρακτική αυτή μπορεί να μοιάζει ανούσια και βίαιη, αλλά είχα να διαλέξω μεταξύ αυτής και του ασύλου, όπου οι γιατροί θεραπεύουν τις εξαρτήσεις με καυτό σίδερο και λοβοτομές.
            Για έξι ολόκληρους μήνες ζούσα με την Αννέτ. Για έξι μήνες απέκρουα τις κραυγές και τα νύχια της στη προσπάθεια της να βγει εκτός του σπιτιού, και για έξι μήνες σκούπιζα τον ιδρώτα που προκαλούσαν στο μέτωπό της οι εφιάλτες. Ο δρόμος ήταν μακρύς, αλλά στη προσπάθεια της για απεξάρτηση εκείνη μέρα ήταν η τελευταία, και για μένα ίσως η πιο επώδυνη. Παρά τη σιγουριά που έδειχνα μπροστά στην Έμμυ, η πιθανότητα ότι η Αννέτ μπορεί να ξανακυλήσει στο όπιο με τράμαζε περισσότερο από ότι ο μεγάλος πόλεμος.
            Προσπαθώντας να διώξω τις αμφιβολίες μου κατευθύνθηκα προς το μπαρ.
            “ Καλησπέρα” χαιρέτησα τον Φήλιξ.
            “Τι γίνεται;” μου απάντησε ανέμελα. “ Τι θα πάρεις;”
            “ Θέλω κάτι να με χτυπήσει.”
            Ο Φήλιξ άφησε αμέσως το ποτήρι που καθάριζε και έβγαλε μια μποτίλια  Hausgemacht αψέντι. “ Αυτό που θα σου φτιάξω λέγεται Σεισμός. Το βρήκα σε ένα από τα παλιά σημειωματάρια του πατέρα μου,”  είπε και ανακάτεψε το αψέντι μαζί με ένα άλλο ποτό που δε πρόσεξα.
            Ο πατέρας του Φήλιξ είχε περάσει όλη του τη ζωή κατασκευάζοντας και σερβίροντας ποτά σε όλη την Ευρώπη. Είχε σερβίρει κάθε καλλιτέχνη και κάθε άλλο είδους μεθύστακα από τις βιομηχανικές ταβέρνες της Αγγλίας έως τα χαρμάνικα χαμαιτυπεία του Καΐρου. Έτσι με τα χρόνια είχε συσσωρεύσει τεράστιες γνώσεις περί ποτών και είχε προσθέσει τις δικές του εμπνεύσεις στο μακρύ κατάλογο.Δυστυχώς, το επάγγελμα και ο ζήλος του τον ανάγκασαν να αφήσει την γυναίκα του και τα παιδιά του, τα οποία μεγάλωσαν χωρίς τη παρουσία του. Όταν πλέον επέστρεψε πίσω το μόνο που μπορούσε να προσφέρει στην οικογένειά του ήταν ένα ζευγάρι πόδια, κουρασμένα από την ορθοστασία σαράντα ετών, και τις γεμάτες γνώσεις σημειώσεις του.
            “ Ορίστε,”μου είπε ο Φήλιξ παρουσιάζοντας μου ένα ποτήρι γεμάτο γαλαζοπράσινο υγρό.
            “ Τι ακριβώς έχει μέσα;” το ρώτησα.
            “ Τρεις ουγγιές αψέντι, τρεις ουγγιές λικέρ. Πρόσθεσα και λίγο λεμόνι για επιπλέον γεύση.”
            “ Έξτρα γεύση; Άλλη μια δημιουργία του πατέρα σου να φανταστώ.”
            “ Αυτή τη φορά όχι,”μου απάντησε. “ Απ' ότι γράφει αυτό του το έμαθε ‘ένας κοντός κύριος στο Παρίσι’. Δεν γράφει το όνομά του αλλά αναφέρει ότι ήταν συχνός του πελάτης. Τον σημειώνει απλά ως κύριο Τ. “
            “ Στο κοντό κύριο Τ. λοιπόν,” είπα και σήκωσα το ποτήρι στον αέρα. “ Ελπίζοντας η δημιουργία του να με ταρακουνήσει όσο ένας πραγματικός σεισμός. Το έχω ανάγκη.”
            Η γεύση του σεισμού ήταν α μη τη άλλο δυνατή και μεστή. Στην αρχή ο σχεδόν ανήθικος συνδυασμός λικέρ, αψεντιού και λεμονιού σε σάστιζε, και μετά τη κατάποση μια πίκρα έμενε στον ουρανίσκο σου.
            “ Πως το βρίσκεις;” με ρώτησε ο Φήλιξ.
            “ Αρκετά καλό του είπα,” ευχαριστημένος που με έκανε να ξεχάσω έστω και για μια στιγμή ότι η Αννέτ είναι μόνη της.
            “ Λες να το βάλω στο μενού;” με ρώτησε ενθουσιασμένος.
            “ Αρκεί να μη σκοτωθεί κανείς,” του είπα και τράβηξα μια ακόμη γουλιά.
            Μόλις γύρισα τη πλάτη μου στον Φήλιξ, ένα δυνατός θόρυβος ακούστηκε από τη πλευρά της εισόδου.  Ήταν ο Ούγκο και ο Μαρσέλ που μόλις είχα εισέλθει και λογομαχούσαν ηχηρά μαζί με έναν άγνωστο ο οποίος είχε κλείσει δυνατά τη πόρτα.Λόγω του καβγά μεταξύ τους, ο Μαρσέλ και ο Ούγκο αγνόησαν εντελώς τη παρουσία μου.  Από τις έντονες χειρονομίες που και οι τρεις χρησιμοποιούσαν  κατάλαβα ότι δεν θα χρειάζονταν η παρέμβαση μου για να διευθετηθεί όποια διαφωνία είχαν. Έτσι, αποφάσισα να παραμείνω στο μπαρ πίνοντας το ποτό μου, παρατηρώντας τον καβγά από απόσταση.
            Σε λίγο, ο άγνωστος που λογομαχούσε με τον Ούγκο και το Μαρσέλ αποφάσισε να ανεβεί πάνω σε ένα τραπέζι και να απαιτήσει τη προσοχή όλων των θαμώνων.
            “ Κύριοι!” φώναξε δυνατά. “ Κύριοι και κυρίες! Θα χρειαστώ για λίγα λεπτά τη προσοχή σας. Ονομάζομαι Ντόριαν Ενκαρτέ και απασχολούμαι ως δικηγόρος στο δυτικό τμήμα της πόλης. Το όνομα μου όμως δε σας απασχολεί. Αυτό που σας απασχολεί είναι η σχέση μου με το  Ούγκο από εδώ.
            Με το προαναφερθέντα κύριο είμαστε φοιτητές στο ίδιο τμήμα της νομικής. Μπορώ να πω ότι κάναμε στενή παρέα και τις περισσότερες ώρες μαζί ανταγωνιζόμασταν ο ένας τον άλλον στο σκάκι. Μία μέρα Ούγκο και εγώ συμμετείχαμε σε ένα διαγωνισμό σκακιού διοργανωμένο από τη σχολή μας.  Ο Ούγκο με νίκησε κατά κράτος, αφήνοντάς με στη δεύτερη θέση.
            Τη μέρα της μεγάλης του νίκης, όμως, ο Ούγκο μου υποσχέθηκε μία ακόμα αναμέτρηση. Μία αναμέτρηση η οποία θα καθόριζε το καλύτερο σκακιστή.  Ο Ούγκο αρχικά συμφώνησε μαζί μου και μου υποσχέθηκα τη ρεβάνς. Παρ' όλα αυτά, δέκα χρόνια μετά από τη συμφωνία μας και ο Ούγκο ακόμα να τηρήσει την υπόσχεσή του. Τολμά μάλιστα προσπαθεί να δικαιολογήσει τη δειλία του με μία ξαφνική αδιαφορία για το σκάκι.
            Κυρίες και κύριοι, για αυτό σας απασχολώ σήμερα, ώστε να πείσετε τον Ούγκο να με αντιμετωπίσει ξανά. Μια τελική μάχη, για τον ύστατο νικητή.”
            Πριν ο Ενκαρτέ προλάβει να πατήσει και τα δυο του πόδια στο τραπέζι, όλοι οι θαμώνες του χώρου άρχισαν να ζητωκραυγάζουν, αδράζονταν αμέσως την ευκαιρία για ένα νέο, διαφορετικό είδος διασκέδασης. “ Παίξε! Παίξε!” φώναζαν κάποιοι ένθερμοι, ενώ κάποιοι πιο μετριοπαθείς απλά χειροκροτούσαν, επικροτώντας τα λόγια του Ενκαρτέ.
            “ Εντάξει!” φώναξε ο Ούγκο, αδυνατώντας να αγνοήσει την επιθυμία περισσότερο των υπόλοιπων θαμώνων, παρά του Ενκαρτέ.
            Τα τεχνικά στήθηκαν γρήγορα. Ο Μαρσέλ ένωσε δυο τραπέζια ώστε οι μονομάχοι να είναι άνετα και η Έμμυ έφερε ένα σετ σκακιού από το γραφείο της. Λάμπες τοποθετήθηκαν γύρω από το χώρο της μάχης για καλύτερη ορατότητα και ο Μαρσέλ ανέλαβε να αναγγέλλει κάθε κίνηση  σε όσους ήταν να δουν λόγω απόστασης.
            “ Λευκό πούλι e2e3.” φώναξε ο Μαρσέλ καθώς έδινα σήμα στον Φήλιξ να μου φτιάξει ένα ακόμα Σεισμό.

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.