Προσποιούμουν ότι έδενα τη γραβάτα μου καθώς παρακολουθούσα τη σιλουέτα της μέσα από το καθρέφτη. Ο τρόπος με τον οποίο φορούσε τις κάλτσες της με μαγνήτιζε, κάτι το οποίο μάλλον είχε καταλάβει και η ίδια, κρίνοντας από τον αργό ρυθμό των κινήσεων της. 'Όταν φόρεσε τη φούστα της γύρισε και μου είπε “Έλα να σε βοηθήσω”. Στράφηκα προς μέρος της και ένιωσα τα δάχτυλά της να κινούνται γύρω από το λαιμό μου. Σιγά σιγά, άρχισα να βυθίζομαι στην αίσθηση των δαχτύλων της καθώς εκείνα με ακουμπούσαν. Για άλλη μια φορά όμως διέκοψε τις αισθήσεις μου λέγοντας: “ 'Έχουμε και όλας αργήσει, οι υπόλοιποι μας περιμένουν”.” Έχεις δίκιο” της είπα και πήρα το σακάκι μου από τη καρέκλα. Έριξα μια τελευταία ματιά στο καθρέφτη, και έκλεισα το φως του δωματίου καθώς εκείνη μου τραβούσε το χέρι.
Ο κρύος αέρας με περιτριγύρισε μόλις βγήκα από το κτίριο. Σήκωσα το γιακά από το σακάκι μου και τη ρώτησα: “ Κρυώνεις; Μήπως θες να σου φέρω κάτι πιο ζεστό;”. Με κοίταξε για λίγο και μου απάντησε: “Δεν είναι ανάγκη, δε κρυώνω”. “Εντάξει”,της είπα και συνεχίσαμε να περπατάμε.
Το μέρος στο οποίο πηγαίναμε δεν ήταν μακριά, πάνω κάτω δέκα λεπτά περπάτημα. Ήταν ένα μικρό μαγαζί λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Καθώς προχωρούσαμε με ρώτησε: “Θα είναι ο Ούγκο εκεί;”. Ο Ούγκο, ο στρατόκαυλος, ο βρωμοκαθολικός Ούγκο, που ήταν τόσο ερωτευμένος με τον Hesse. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη μέρα του Ιούλη πού μπήκε φουριόζος στην αίθουσα και μας ανήγγειλε ότι ήρθε να μας σώσει. “ Κύριοι”, μας είπε,”ήρθα να σας γαμήσω τα μυαλά. Και θα το κάνω μόνο με μια λέξη. Μια λέξη που θα αναγεννήσει κάθε άλλη λέξη, κάθε ποίημα, κάθε αξία και θα σας κάνει να νιώσετε σα να μόλις βγήκατε από τη μήτρα της μητέρας σας.” Και τελειώνοντας τα λόγια του άρχισε να κάνει σχόλια για το μπουγαδόνερο που σέρβιρε το μαγαζί αντί για αψέντι. Χωρίς να σταματήσουμε να περπατάμε της απάντησα. “ Δεν τον ρώτησα, αλλά θα ήταν αδύνατο να μην είναι, το ξέρεις ότι πηγαίνει εκεί κάθε μέρα”. Συνεχίσαμε να περπατάμε χωρίς να μιλάμε.
Όταν φτάσαμε στο χώρο, χτύπησα τη πόρτα και η Έμμυ μας άνοιξε.
“Φρεντ!”, μου είπε γεμάτη χαρά,” Φρέντερικ, πώς είσαι; Αννέτ! Ήρθες και εσύ. Επιτέλους! Χαίρομαι πολύ για σένα. Περάστε, περάστε!”
“Ευχαριστώ” είπε η Αννέτ ενώ κοιτούσε αλλού για να αποφύγει τα μάτια της Έμμυ.
Μπήκαμε στην αίθουσα,η οποία ήταν άδεια ακόμα, ήρθαμε πρώτοι. Καθίσαμε εκεί όπου καθόμασταν και πρώτα,στο μεγάλο τραπέζι στην δεξιά γωνία της αίθουσας. Το καλύτερο τραπέζι. Αρκετά μεγάλο για να μας χωρά όλους και αρκετά κοντά στο μπαρ για να μπορούμε να συμβαδίζουμε με τη διάθεσή μας.
Η Έμμυ έκατσε μαζί μας καθώς μας κοιτούσε με μάτια που εξέφραζαν τη χαρά της που ξανάβλεπε την Αννέτ. “ Πώς είστε λοιπόν;” μας ρώτησε κοιτώντας την Αννέτ. Πήγα να απαντήσω αλλά η Αννέτ με πρόλαβε.
“ Είμαι πολύ καλά, μπορώ να πω ότι ο Φρέντερικ μου δίνει παραπάνω προσοχή από ότι χρειάζομαι.”είπε και μου έπιασε σφιχτά το χέρι. “ Ο Ούγκο που είναι;” ρώτησε την Έμμυ.
“Πήγε να βρει τον Μαρσέλ”, απάντησε εκείνη “ νομίζω ότι πάλι κάτι ετοιμάζουν”.
“ Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε περιπέτειες και απόψε “ της είπα γελώντας. “Τα τελευταία δύο χρόνια ήταν μια περιπέτεια, χρυσέ μου” μου είπε και σηκώθηκε να χαιρετήσει μια παρέα που μόλις μπήκε.
Ο σερβιτόρος, ένα ψηλόλιγνο παιδί κοντά στα 22 με έξυπνο βλέμμα, ήρθε να μας πάρει παραγγελία.
“ Γεια σου Φήλιξ, του είπα, πώς είσαι;”.
“Πολύ καλά. Αννέτ! Βλέπω πως βγήκες από..”.
“Θα πάρω ένα Bleue,” τον διέκοψα υψώνοντας τη φωνή μου, “και η Αννέτ θα προτιμούσε ένα Pemperton's, σε παρακαλώ.”
“ Ένα Pemperton's;” ρώτησε απορημένος.
“Ναι ένα Pemperton's” του είπα έντονα, και επιτέλους απομακρύνθηκε από το τραπέζι.
“ Συγγνώμη για αυτό”, είπα στην Αννέτ στρεφόμενος προς εκείνη.
“ Δε πειράζει, ο Φήλιξ ήταν πάντα λίγο περίεργος” μου είπε προσπαθώντας να ελαφρύνει τη κατάσταση.
Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε, και όλο το μαγαζί, το οποίο είχε γεμίσει στη πορεία, γύρισε προς τη πόρτα. Ο Ούγκο και ο Μαρσέλ είχαν φθάσει, και είχαν φέρει ένα μεγάλο σάκο μαζί τους.
“ Κύριοι, είπε πηδώντας γρήγορα πάνω σε ένα τραπέζι, σας ζητώ συγγνώμη. Μία συγγνώμη γιατί δε θα χαιρετίσω κανέναν προσωπικά, και μία μεγαλύτερη συγγνώμη που σας διέκοψα από την απόλαυση που σας χάριζαν τα νεροζούμια και τα κάτουρα που σερβίρει αυτή η τρώγλη αντί ποτού. Σας διακόπτω, λοιπόν, για να σας πω ότι σήμερα εγώ και ο Μαρσέλ θα σας κάνουμε να ξεχάσετε τις ταυτότητες σας. Θα σας κλέψουμε τα πρόσωπα, τις εμπειρίες τις αναμνήσεις, τα συναισθήματά και ότι άλλο έχετε πολύτιμο.”
Ούτε ο παραμικρός θόρυβος δεν ακούγονταν στο χώρο παρά μόνο η φωνή του Ούγκο. Όλοι κοιτούσαν προσηλωμένοι τον Ούγκο και έριχναν γρήγορες ματιές στον Μαρσέλ, ο οποίος στέκονταν στα δεξιά του Ούγκο γεμάτος ενθουσιασμό και ένα μπουκάλι κρασί στο αριστερό του χέρι.
“ Θα σας πάρουμε ότι έχετε, ότι αγαπάτε και εκτιμάτε, και θα σας δώσουμε το άγνωστο. Θα σας κλέψουμε το αύριο και θα σας δώσουμε το εφήμερο σήμερα,” συνέχισε ο Ούγκο. “Εγώ και ο Μαρσέλ αποφασίσαμε να τα κάνουμε όλα αυτά σήμερα σε ελάχιστο χρόνο. Και για αυτό φέραμε αυτά” είπε και σήκωσε το σάκο που κρατούσε στο δεξί του χέρι.” Στο σάκο αυτό έχω κρύψει κάθε ταυτότητα και κάθε γεγονός. Κάθε αρχή και κάθε πιθανή κατάληξη. Κάθε θεό και κάθε μικρόβιο. Ο Μαρσέλ και εγώ σας δίνουμε τη δυνατότητα να γίνεται ότι θέλετε. Από τη Τιτάνια του Σαίξπηρ , μέχρι τις Βάκχες του Διονύσου. Από τον μυθικό Beowulf, μέχρι τον ηλίθιο χοντρό που ξεκίνησε το Μεγάλο Πόλεμο.”
Τελειώνοντας τα λόγια του, κατέβηκε από το τραπέζι και άρχισε να βγάζει διάφορες μάσκες από το σάκο του. Ο κόσμος άρχισε να ανταποκρίνεται στις ενέργειες του και σύντομα πολλά άτομα βρέθηκαν να φορούν μάσκες από διάφορες ιστορίες και γεγονότα. Σε λίγο, ο ιστορικός μάρτυρας της Επανάστασης , Marat, άρχισε να ανταλλάζει επαινετικά σχόλια με τον Wellington, και ο Byron χόρευε με το Ηρακλή, καθώς εκείνος του θώπευε επίμονα τα οπίσθια.
Αυτό το κύμα ενθουσιασμού δεν άργησε να φθάσει και στο τραπέζι μας. “ Φρέντερικ, Φρέντερικ!!” φώναξε ο Ούγκο χτυπώντας τα δύο χέρια στο τραπέζι και κοιτώντας με γουρλωμένα μάτια. “ Γιατί είσαι ακόμα ο Φρέντερικ; Ορίστε, από τώρα θα είσαι...Αχά! Ο Ευγένιος Ονέγκιν. Και Αννέτ! Εσύ θα είσαι...η Μερσέντες του Μόντε Κρίστο. Ελπίζω να σας άρεσαν οι επιλογές. Πάω να αλλάξω τη ταυτότητα και των υπολοίπων!”.Έφυγε από το τραπέζι μας και άρχισε πάλι να τρέχει και να πετά μάσκες αριστερά και δεξιά.
“ Απορώ πόσες μάσκες κατάφεραν να φτιάξουν” είπε ενθουσιασμένη η Αννέτ. “Για να τις σκορπά έτσι αδέξια; Πολλές.” της απάντησα και έπιασα το ποτήρι μου για να πιω μια γουλιά. Αντί όμως το ποτήρι να καταλήξει στα χείλη μου κατέληξε στο πουκάμισό μου, καθώς η Αννέτ σηκώθηκε και με τράβηξε από το μπράτσο.
Πάμε Ευγένιε, μου είπε, θέλω να χορέψουμε!”. Χωρίς πολλές αντιρρήσεις την ακολούθησα και αρχίσαμε να χορεύουμε, φορώντας τις μάσκες μας, στο ρυθμό που έπαιζε η μπάντα.
Στην αρχή ένιωθα πολύ περίεργα με τη μάσκα να αγκαλιάζει το πρόσωπό μου. Ήταν ασφυκτική και με έκανε να ιδρώνω παραπάνω από ότι συνήθως. Αναρωτήθηκα αν η Αννέτ έχει το ίδιο πρόβλημα, αλλά οι ενθουσιώδεις κινήσεις της μου έδειχναν το αντίθετο. Παρατηρώντας τους υπόλοιπους, οι οποίοι χόρευαν, συνειδητοποίησα ότι όλοι τους συμφωνούσαν με τη διάθεση της Αννέτ. Πολλοί μάλιστα είχαν πάρα ακόμα πιο σοβαρά τις προτάσεις του Ούγκο και είχαν αρχίζει να υιοθετούν τις προσωπικότητες που τους είχαν δοθεί. Καθώς ο Marat άρχισε να κερνά ποτά τη Μαρία Αντουανέτα και Μέγας Ναπολέων χόρευε με τον δούκα Wellignton, o όλος χώρος άρχισε να μετατρέπεται σε μια σύμπτυξη της ιστορίας, ή ακόμα καλύτερα μια παρωδία και παράλληλα ένας καταλογισμός του ανθρώπινου πολιτισμού.
Χαμένος ανάμεσα στο χώρο, ένιωσα το χέρι της Αννέτ να πιάνει το δικό μου. “ Γιατί σταμάτησες να χορεύεις” με ρώτησε. “ Συγγνώμη, της είπα, ξεχάστηκα. Όλοι η κατάσταση σε κάνει να βυθίζεσαι κάπως.” “Ας συνεχίσουμε” μου είπε χαμογελώντας και με παρακίνησε να ακολουθήσω το ρυθμό της.
Όσο χορεύαμε παρακολουθούσα τις κινήσεις της. Φαινόταν και συμπεριφέρονταν σαν τίποτα να μην είχε προηγηθεί, και αυτό με έκανε πολύ χαρούμενο. Όπως και παλιότερα είχε μια δύναμη στις κινήσεις της η οποία με έκανε πάντα να την ακολουθώ και παράλληλα να θέλω να την κοιτάω για όσο μπορώ περισσότερο. Χωρίς να το καταλάβω έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα απλά να αισθάνομαι τη θερμότητα που δημιουργούνταν από το τρόπο που μου κρατούσε το χέρι. Σιγά σιγά, άρχισα να μην ακούω τη μουσική, ή τα άτομα που βρίσκονταν γύρω μου, αλλά παράλληλα άρχισα να νιώθω κάθε σταγόνα ιδρώτα και κάθε κίνηση των μυών που προέρχονταν από τα χέρια μας.
Ξαφνικά, η Αννέτ άφησε το χέρι μου στο κενό και τότε συνειδητοποίησα ότι η μουσική είχε απότομα σταματήσει.

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.