Duel by Pittermilk


« Ξένε, ήρθε η ώρα,» με ξύπνησε ο Βασιλιάς ακουμπώντας με στον ώμο. Χωρίς ούτε καν να ανοίξω τα μάτια πετάχτηκα επάνω και χωρίς να πάρω ανάσα προσπάθησα να καταλάβω που βρίσκομαι.
« Που είναι η σκιά;» φώναξα όταν θυμήθηκα τι έγινε τη προηγούμενη νύχτα. « Σε είδα να...»
« Σταμάτα,» με διέκοψε ο Βασιλιάς. « Ότι είδες χθες είναι δικό σου. Μη το πεις ποτέ σε κανέναν.»
« Ξέρω το όνομα σου,» του είπα και τον έκανα να πάψει και να με κοιτάξει στα μάτια.
« Αυτό δεν αφορά αυτή τη στιγμή, ή κάθε άλλη. Ο διεκδικητής έχει φθάσει. Ακολούθησε με.»
Ο Βασιλιάς έδειξε με το δεξί του χέρι τον Αγαθίτη και μία άλλη γυναικεία φιγούρα που μας περίμεναν όρθιοι, σκιάζοντας τον κόκκινο ήλιο. Ήταν αρκετά ψηλή, στον ύψος του Αγαθίτη και φορούσε παρόμοια ρούχα με τα δικά του αλλά πιο απλά και σε πιο ανοιχτόχρωμο, θηλυκό χρώμα. Τους πλησιάσαμε αργά και ακολουθώντας τις κινήσεις του Βασιλιά, στάθηκα ακριβώς απέναντι από τον Αγαθίτη που αμέσως σταμάτησε να ψιθυρίζει στην γυναίκα.
« Ομιλητή,» είπε ο Βασιλιάς ήρεμα. « Τι φέρνεις μαζί σου;»
« Φέρνω τη Διεκδικητή. Ιλάειρα λέγετε, κόρη του Βακχυλίδη, γυναίκα του Αγαθίτη.»
« Και τι γνωρίζεις, κόρη του Βακχυλίδη;»
« Δε γνωρίζω τίποτα. Μόνον διεκδικώ τον Νέο Κύκλο.»
«Δέχεσαι την διεκδίκηση ακόμη και εάν στο τέλος ενωθείς με τη Μητέρα Θάλασσα;»
« Ακόμα και εάν ενωθώ με τη Μητέρα Θάλασσα.»
« Μάλιστα. Είναι οι μάρτυρες έτοιμοι;» ρώτησε ο Βασιλιάς.
« Έτοιμος,» είπε ο Αγαθίτης με μια σκιά στον τόνο του, και απομακρύνθηκε δέκα βήματα προς τα ανατολικά.
« Έτοιμος,» είπα και εγώ ακολουθώντας τον Αγαθίτη.
« Ιλάειρα, το πρώτο βήμα της μεταβίβασης είναι δικό σου,» είπε ο Βασιλιάς κλείνοντας τα μάτια του.
Με το τέλος της πρότασης, η Ιλάειρα όρμησε με εκπληκτική ταχύτητα κατά του Βασιλιά. Όταν η γροθιά της ακούμπησε ακούμπησε το στέρνο του, ο Βασιλιάς άνοιξε τα μάτια και δέχτηκε τη δύναμη της σύγκρουσης παραπατώντας προς τα πίσω. Χωρίς να χάσει την ευκαιρία, άρπαξε την Ιλάειρα από το χέρι και την έσπρωξε χρησιμοποιώντας την ορμή της εναντίον της. Η Ιλάειρα έπεσε στο έδαφος, αλλά αμέσως σηκώθηκε και επιτέθηκε στοχεύοντας το αριστερό πόδι του Βασιλιά, δείχνοντας ότι ήξερε πως δεν μπορούσε να τον νικήσει όσο στεκόταν όρθιος. Αυτός κατάλαβε την πρόθεση της αλλά δε κατάφερε να αντιδράσει νωρίς, πέφτοντας στην άμμο. Η Ιαλείρα συνέχισε την επίθεσή της, πιάνοντας το δεξί χέρι του Βασιλιά και σταυρώνοντας το γύρω από το δικό της ενώ με το άλλο της χέρι ακινητοποίησε το άλλο άκρο του. Με την άμμο στα μαλλιά της να λάμπει από τον ήλιο, τραβούσε το χέρι του με δύναμη που όλο και αύξανε όσο πλήθαιναν οι βρυχηθμοί του από τον πόνο. Χωρίς να αντέχει άλλο, ο Βασιλιάς τέντωσε όλο του το σώμα και κατάφερε να ελαφρύνει την λαβή την Ιλάειρας. Δράττοντας την ευκαιρία, σηκώθηκε όρθιος, πετώντας την Ιλάειρα στην άμμο και απομακρύνθηκε από αυτή, περιμένοντας την να σηκωθεί και προσπαθώντας να πάρει μια ακόμα λαχανιασμένη ανάσα πριν συνεχίσει τη μάχη.
Όταν σηκώθηκε, της επιτέθηκε αμέσως. Όρμησε τα χέρια του σε γροθιές, την μια μετά την άλλη χωρίς να σταματήσει, αλλά η Ιαλείρα ήταν αρκετά γρήγορη και τις απέφευγε πότε ξεφεύγοντας προς τα πλάγια και πότε προς τα πίσω. Σε μία τελευταία αποφυγή, η Ιλάειρα χτύπησε τον Βασιλιά στα πλευρά, ξαφνιάζοντας τον αρκετά ώστε να βρεθεί πίσω του. Με ένα δυνατό χτύπημα στα πόδια τον ανάγκασε να γονατίσει και γρήγορα κλείδωσε τα χέρια της γύρω από του λαιμό του, τυλίγοντας τα πόδια της στη μέση του. Η λαβή έπνιγε τον Βασιλιά ο οποίος όμως δεν έχασε την αυτοσυγκέντρωση του και προσπάθησε να σηκωθεί πάλι όρθιος. Αμέσως μόλις στάθηκε στα δύο του πόδια, έπεσε με τη πλάτη στην άμμο, χτυπώντας την Ιλάειρα με την ορμή από το δικό του σώμα και το δικό της. Για μια ακόμα φορά η Ιλάειρα αναγκάστηκε να αφήσει ελεύθερο το Βασιλιά ο οποίος αμέσως σηκώθηκε και στάθηκε κάτω από τον ήλιο. Όταν η Ιλάειρα σηκώθηκε για μία ακόμη φορά δεν είδε τη κλωτσιά του Βασιλιά που τη χτύπησε με τη φτέρνα του στο στομάχι, πετώντας την αρκετά μέτρα μακρυά και ρίχνοντάς την πάλι στην άμμο. Ο Βασιλιάς την πλησίασε αργά και σκύβοντας από επάνω της άρχισε να πιέζει με τη παλάμη του το λαιμό της.
« Εάν είχες παλέψει τόσες φορές όσες και εγώ θα ήξερες ότι δε πρέπει ποτέ να στέκεσαι απέναντι από τον ήλιο όταν περιμένεις μια επίθεση» της είπες λαχανιάζοντας. « Υποτάξου. Θα ζήσεις. »
« Ιλάειρα!» φώναξε ο Αγαθίτης με πόνο. Τόσην ώρα καθόταν καρτερικά δίπλα μου χωρίς να πει κουβέντα. « Σε παρακαλώ.»
Η Ιλάειρα γύρισε το βλέμμα της προς τα εμάς. Τα μάτια της ήταν γουρλωμένα από την έλλειψη αέρα και άμμος ήταν κολλημένη στο πρόσωπό της από τον ιδρώτα. Κοιτώντας τον Αγαθίτη μια τελευταία φορά, έκλεισε τα μάτια της και σταμάτησε να κινείται. « Υποτάσσομαι,» ψιθύρισε και αμέσως πήρε μια μεγάλη ανάσα.
Ο Βασιλιάς περπάτησε αργά προς το μέρος μας και απευθύνθηκε προς τον Αγαθίτη που ακόμα δε τολμούσε να βοηθήσει τη γυναίκα του. « Θα φύγετε,» του είπε. « Κανείς δε πρέπει να σας δει στη πόλη ή έξω από αυτή. Όταν εγκατασταθείτε αλλού, ξέρεις πως να με ειδοποιήσεις. Ότι χρειαστείτε θα είναι δικό σας.»
« Σε ευχαριστώ, Βασιλιά,» απάντησε ο Αγαθίτης και αμέσως πήγε να βοηθήσει τη γυναίκα του.
« Η δουλειά σου εδώ τελείωσε, ξένε. Επιστρέφουμε πίσω στη πόλη,» μου είπε και χωρίς να μιλήσω άρχισα να τον ακολουθώ.
Μπήκαμε στη πόλη και περπατήσαμε στους δρόμους χωρίς κανένας κάτοικος να δείξει ότι γνώριζε τα γεγονότα των τελευταίων ωρών. Όλοι τους απλά μας χαιρετούσαν όταν περνούσαμε δίπλα τους και συνέχισαν τη δουλειά τους χωρίς να χάσουν χρόνο. Φθάνοντας στο παλάτι ο Βασιλιάς έδωσε εντολές σε ένας από τους φρουρούς να φωνάξει τον Ευχινόστομο και έκατσε κουρασμένος στο θρόνο του. Η φωτιά του βωμού είχε σβήσει. «Τους είδες;» μου μίλησε ενώ καθόμουν όρθιος μπροστά του. « Εάν η Ιλάειρα είχε νικήσει, θα είχε οργανωθεί ολόκληρη γιορτή, με δεκάδες χειραυλιστές και κόρες να καίνε βότανα νίκης. Θα την έλουζαν με ακριβά λουλούδια και την έλεγαν την ελπίδα των Ιχθυάγων.»
Ένιωθα ότι ήθελε να συνεχίσει, αλλά ο ερχομός του φρουρού τον έκανε να σταματήσει. «Ευχινοστόμη, πάρε ρούχα και τρόφιμα για ταξίδι, αρκετά για δύο άτομα. Σε ένα δέκατο ξεκίνα και πήγαινέ τα στη λίμνη όπου τελέσθει η Μεταβίβαση. Ότι βρεις εκεί και ότι μάθεις δε θα το πεις σε κανέναν, ποτέ. Όχι ως καθήκον προς σε μένα, αλλά προς την Ιλάειρα.»
« Μάλιστα Βασιλιά» είπε ο φρουρός και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά απορίας προς στο μέρος μου έφυγε.
« Και τώρα τι γίνεται;» τον ρώτησα.
« Τώρα, συνεχίζω» μου είπε μελαγχολικά. « Πρέπει να διαλέξω ένα νέο Ομιλητή για τους 99 Φρουρούς, και έχω να συνεχίσω ότι άρχισα εδώ και τόσο καιρό. Πρέπει να ανάψω μια φωτιά.»
«Και εγώ πρέπει να επιστρέψω στον Φύλακα.»
« Σου έχω κάτι πριν φύγεις,» μου είπε και έβγαλε ένα μικρό μαύρο σάκο από τη τσέπη του παντελονιού του. « Το ετοίμασα πριν από το τελευταίο τμήμα της Μεταβίβασης. Το εσωτερικό του ανήκει στον Φύλακα. Είναι ένα μήνυμα και ένα δώρο για αυτόν. Ο σάκος είναι δικός σου. Είμαι σίγουρος ότι θα σου χρειαστεί στο μέλλον»
« Σε ευχαριστώ,» του είπα και άρχισα να κινούμαι προς την έξοδο.
« Αν όλα πάνε καλά,» μου είπε και με σταμάτησε. « Αν όλα πάνε καλά, θα σε δω πάλι, στις μέρες που θα έρθουν.» 
Read More ...



The strange plant by Pittermilk


Όταν ο βασιλιάς Χειμώνας επέστρεψε, κουβαλούσε μαζί του ένα δέμα ξερά ξύλα για φωτιά που τα κρατούσε με το αριστερό του χέρι μόνο, λες και ήταν ένα απλό κλαράκι. Αφού τα άφησε στο έδαφος, μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Χωρίς να περιμένω εξηγήσεις απάντησα καταφατικά και άρχισα να ακολουθώ τα βήματά του. Το ταξίδι ήταν αρκετά μακρύ και ο βασιλιάς προτίμησε να μη μου μιλά κατά τη διάρκεια του, ακολουθώντας το μουντό μοτίβο της κόκκινης γης στην οποία περπατούσαμε. Όσο απομακρυνόμασταν από τη πόλη παρατήρησα ότι τα ξερά δέντρα και οι θάμνοι που έβλεπα με μεγάλη συχνότητα στην αρχή είχαν αρχίσει να γίνονται πιο σπάνιοι και προς το τέλος τους ταξιδιού μας μόνο το κόκκινο έδαφος έμεινε τριγύρω μας. Όταν τελικά νύχτωσε είχαμε φθάσει στο προορισμό μας.
Βρισκόμασταν μπροστά σε μια λίμνη. Ήταν τόσο μεγάλη που θα την είχα περάσει για θάλασσα εάν δεν έβλεπα ένα φως, μια φωτιά πιθανόν, στην ακριβώς απέναντι πλευρά από εμάς. Το φως του φεγγαριού είχε απομακρύνει εντελώς από το κόκκινο στοιχείο της γης και είχε αφήσει ένα ελαφρύ, σκοτεινό μπλε να κυριαρχεί των υπόλοιπων χρωμάτων του τοπίου. Το νερό της λίμνης αντανακλούσε το φως των αστεριών, αλλά ήταν λες και εστίαζε κάθε ακτίνα από το φεγγαρόφως και τη μάζευε μέσα του. Ο βασιλιάς, που στέκονταν μπροστά μου και παρατηρούσε με τη φωτιά απέναντί μας φαίνονταν σχεδόν διάφανος καθώς η ατμόσφαιρα γύρω μας είχε αρχίσει να παίρνει το ίδιο χρώμα με το δέρμα του.
« Πρέπει να βουτήξω μέσα,» μου είπε καθώς προσπαθούσα ακόμα καταλάβω εάν όντως μπορούσα να δω από μέσα του. « Μέχρι να επιστρέψω ετοίμασε μια φωτιά σε παρακαλώ.»Χωρίς να περιμένει κάποια απάντηση αλλά και χωρίς να βιάζεται άρχισε να περπατά και να βυθίζεται στη λίμνη, ένα βήμα τη φορά. Ρίχνοντας συχνές ματιές προς το μέρος τους και ακούγοντας τον ήχο του νερού καθώς τον δεχόταν, άρχισα να ετοιμάζω τα ξύλα. Ασυνείδητα αποφάσισα να κάνω μια μικρή φωτιά, τοποθετώντας τα ξύλα αρκετά κοντά στο έδαφος. Με δυσαρεστούσε η δημιουργία αυτής της φωτιάς καθώς η είσοδος του έντονου κόκκινου σε αυτή τη σκηνή θα διατάραζε την εγγενή γαλήνη των χρωμάτων και του περιβάλλοντος. Για πρώτη φορά σε αυτή τη γη ένιωθα σα να εισέβαλα σε κάτι που δεν άνηκα.
Όταν ο βασιλιάς επέστρεψε είχε φέρει μαζί του ένα περίεργο σκούρο φυτό, αν και η νύχτα δε μου επέτρεπε να δω το πραγματικό του χρώμα. Ευχαριστημένος από το μέγεθος της φωτιάς έδεσε το φυτό σε ένα καλάμι που είχε φέρει από τη λίμνη. Καθήμενος απέναντί μου, έμπηξε το καλάμι δίπλα από τη φωτιά βάζοντας το φύλλο να ξεραθεί από πάνω του.
« Το πρώτο μέρος τελείωσε,» είπε. « Πιστεύω θα έχεις ερωτήσεις.»
« Τι κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα. « Σε τι με χρειάζεσαι;»
« Υπηρετώ ως βασιλιάς των Ιχθυάγων για αρκετό καιρό, και αρκετοί από αυτούς έχουν αρχίσει να πιστεύουν πως ο Κύκλος μου, η θητεία μου, πρέπει να τελειώσει. Συμμετέχεις στη Μεταβίβαση, ξένε. Είσαι ο μάρτυρας στη τελετή που είτε θα αναδείξει την νέα βασίλισσα των Ιχθυάγων, είτε θα βεβαιώσει την υπεροχή μου μέχρι την επόμενη πρόκληση. Ήταν η συνήθεια ο Φύλακας να είναι μάρτυρας μου, αλλά αυτή τη φορά έστειλε εσένα για λογαριασμό του, για λόγους που δεν επιθυμεί να αποκαλύψει.»
« Δε πιστεύω να σε προσέβαλε αυτή του η απόφαση...»
« Ο Φύλακας είναι παλιός φίλος» με διέκοψε. « Έχει τελέσει μάρτυρας μου πέντε φορές στο παρελθόν και με γνωρίζει ακόμα και πριν από αυτό. Η παράκληση ενός παλιού φίλου δεν είναι ποτέ προσβολή.»
« Πέντε φορές; Αυτό σημαίνει ότι αυτή είναι η έκτη φορά που κάποιος προσπαθεί να σου πάρει την εξουσία. Είσαι τόσο ανεπιθύμητος στους Ιχθύαγες;»
« Ο Κύκλος μου ήταν αρκετά μεγάλος. Ποτέ δεν έδειχνα όσο η πραγματική μου ηλικία, αλλά πίστεψέ με, έχω δει τα παιδιά των πρώτων μου φρουρών να γεννιούνται και να γίνονται φρουροί και να πεθαίνουν, να γίνονται ένα με τη Μητέρα Θάλασσα. Αλλά δεν είναι η μεγάλη μου θητεία που οδηγεί μερικούς Ιχθύαγες στο να με αντικρούσουν. Στη Μεταβίβαση που με έστεψε βασιλιά, μου δόθηκε το όνομα Χειμώνας γιατί είχε ειπωθεί πως ο Κύκλος μου θα είναι σκληρός και δύσκολος για το λαό. Θα έφερνε μεγάλες αλλαγές που θα οδηγούσαν στα χειρότερα το τόπο μας. Ακούγοντας αυτά τα λόγια κατάλαβα πως τα πράγματα θα έπρεπε όντως να αλλάξουν.
Οι Ιχθύαγες μέχρι την αρχή του Κύκλου μου ήταν λαός βασισμένος στις ικανότητες που ήδη είχε. Δυνατοί και ισχυροί από τη φύση μας, δεν είχαμε πολλούς λόγους να βασιστούμε σε τέχνασμα του μυαλού. Τα χέρια μας είναι δυνατά, μπορούν να σκίσουν τα δέντρα χωρίς μεγάλη προσπάθεια και τα δόντια μας είναι αρκετά σκληρά, κατάλληλα για ωμό κρέας και άβραστα φυτά. Μένοντας δίπλα στη Θάλασσα και στη Λίμνη τα ψάρια ήταν πάντα εύκολο να βρεθούν και είναι αρκετά βασικά για τη τροφή αλλά και σε κάθε άλλη μορφή της ζωής μας, όπως το όνομά μας αποκαλύπτει. Από τη φύση μας απλοί και με μια βαθιά αγάπη για τη παράδοση, γίναμε λαός χωρίς αλλαγές. Αλλά ήθελα, και ακόμα θέλω, να τα αλλάξω όλα αυτά. Θέλω να δω τους Ιχθύαγες να μαθαίνουν τέχνες όπως οι Άβαντες και να αρχίσουν να χειραγωγούν τη πέτρα όπως οι Δόλοπες και τα φίλτρα όπως οι Οδρύσσοι. Ελπίζω πως σε λίγο καιρό θα αρχίσουμε να φτιάχνουμε τα δικά μας τεχνουργήματα, τα δικά μας αποτυπώματα, αν και η προσπάθειά μου δεν έχει γίνει αποδεκτοί από όλους του Ιχθύαγες. Κάθε τόσο κάποιος θα βρεθεί που θα ηγηθεί μιας προσπάθειας εκπροσώπησης όσων δε με θέλουν και θα ζητήσει τη Μεταβίβαση. Ακόμα δε καταλαβαίνουν ότι απλά προσπαθώ να μην καταλήξουμε όπως κατέληξαν οι Βρίγαντες.»
Σταματώντας να μιλά, ο βασιλιάς πήρε το φυτό που είχε φέρει από η λίμνη κράτησε στα χέρια του. « Έχει κάτι ακόμα η τελετή, που πρέπει να κάνουμε μαζί,» είπε και άρχισε να κόβει το φύλλο σε τρία κομμάτια.
« Ένα για εμένα,» είπε και έβαλε ένα φύλλο μπροστά του . « Ένα για εσένα και ένα για τον Φύλακα. Θα του το παραδώσεις ο ίδιος.»
« Τι όνομα έχει;» τον ρώτησα κρατώντας το ξερό φύλο στα χέρια μου.
« Είναι το μοναδικό φυτό που φυτρώνει σε αυτή τη λίμνη. Δεν έχουμε κάποιο όνομα για αυτό.»
« Και τι κάνει;»
« Σε κάνει ότι θέλει.» μου είπε και έριξε το δικό του φύλο με φόρα στη φωτιά.
Χωρίς να διστάσω, έκανα το ίδιο και είδα τον λευκό καπνό που δημιουργήθηκε από την άμεση ανάφλεξη του φύλλου. Δεν ήταν κάτι στατικό, δεν ανυψωνόταν όπως ο καπνός της φωτιάς. Αντίθετα με πλησίαζε σιγά και σταθερά σαν φίδι, κινούμενο σε κύματα και ρυθμούς. Όταν ήρθε η ώρα της εισπνοής τον ένιωσα να εισβάλει μέσα μου, να γεμίζει τους πνεύμονες μου και να ελαφρύνει το μυαλό μου, κάνοντας με να βλέπω τα αστέρια εντονότερα. Κατεβάζοντας το βλέμμα μου στο έδαφος, ένιωσα μια περίεργη έλξη προς τη φωτιά που έκανε το σώμα μου να γύρει ελαφρά προς τα μπροστά. Το δέρμα μου άρχισε να νιώθει μια νέα διαφορετική πίεση από την ατμόσφαιρα, πιο δυνατή και πιο θερμή από ότι συνήθως. Τα πόδια μου έγιναν ελαφρά και και έδαφος στο οποίο καθόμουν άρχισε να αποκτά μια πιο υγρή μορφή. « Δε θέλω να παλέψω!» άκουσα τον βασιλιά να φωνάζει και τότε κατάλαβα πως το πραγματικό του όνομα ήταν Ύλλιος. Τον κοίταξα και είδα τις φλόγες να λάμπουν τριγύρω του σκοτώνοντας το σκοτάδι, κρύβοντας τον καθώς στήριζε το σώμα του με τα χέρια στο έδαφος. Το φως του έδειχνε μέχρι τη λίμνη και έκανε το νερό να ταράζεται δημιουργώντας ήχους στο κενό σε νέες κλίμακες που δεν είχα ξανακούσει.
Ενώ ακόμα προσπαθούσα να καταλάβω τι μου έλεγαν τα κύματα, είδα μια μαύρη σκιά να σηκώνεται στη λίμνη. Σιγά σιγά, άρχισε να πλησιάζει και να βγαίνει από το νερό. Ήταν μια σκοτεινή σιλουέτα , ένας άνθρωπος πλασμένος από μαύρο που κατάπινε το φως από τις φλόγες του Ύλλιου. Χωρίς να βγάλει κανέναν ήχο τον πλησίασε ενώ είχε ξαπλώσει και γονάτισε πάνω από το κεφάλι του. Τοποθέτησε το αριστερό του χέρι στο φλεγόμενο στέρνο του Ύλλιου και οι φλόγες μονομιάς σταμάτησαν κάνοντας ένα δυνατό ήχο που πόνεσε τα αυτιά μου. Τελειώνοντας με το βασιλιά, η σκιά γύρισε το κεφάλι της προς εμένα, αφήνοντάς με να δω για πρώτη φορά τα μάτια της, δυο φωτεινές σφαίρες, ατόφιο κεχριμπάρι. « Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΗΛΛΙΟΥ!» μου φώναξε με μια φωνή που δεν άκουσα με τα αυτιά μου και αμέσως με έκανε από τον τρόμο να πεταχτώ από τη θέση μου, χάνοντας την ισορροπία μου και πέφτοντας με τη πλάτη στο έδαφος. Σήκωσα το κεφάλι μου να δω άμα ήταν ακόμα εκεί, μισός τρόμο μισός περιέργεια, αλλά η σκιά είχε χαθεί και η φωτιά είχε σβήσει, αφήνοντάς με να κλείσω τα μάτια κάτω από το φως της Σελήνης. 
Read More ...



Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για το ιστολόγιο. Ο Pittermilk, ο συνθέτης των μουσικών κομματιών που συνοδεύουν τις ιστορίες του φύλακα αποφάσισε να μαζέψει κάθε ανάρτηση έως και τη σημερινή σε μια μουσική συλλογή. Η συλλογή αυτή συνοδεύεται από μικρές περιγραφές στα αγγλικά για κάθε κομμάτι καθώς και από μερικά σκίτσα εμπνευσμένα από τους ήχουν. Οι συλλογή αυτή διατίθεται δωρεάν και μπορείται να τη κατεβάσετε ή απλά να την ακούσετε εδώ.


9 - King Winter by van612

« Οι Ιχθύαγες δε φοβούνται το σκοτάδι,» μου απάντησε μελαγχολικά. « Τα βράδια βλέπουμε καλά χωρίς φως και ακούμε ακόμα καλύτερα.  Για μας η φωτιά είναι μόνο κάτι που καταστρέφει. Είμαστε λαός που αρέσκεται σε αυτά που έχει. Δε μας αρέσουν τα κόλπα και τα τεχνάσματα του νου. "Το πιο χρήσιμο εργαλείο είναι το σώμα μας", λέει ένα παλιό γνωμικό των γονέων μας.»
« Τότε γιατί εσείς κάθεστε μαζί μου στη φωτιά, και γιατί έχετε ακόντια μαζί σας;»
 « Διαταγές του Βασιλιά Χειμώνα. Βλέπεις, ο καλός Βασιλιάς έχει αποφασίσει πως οι Ιχθύαγες θα πρέπει να αλλάξουν. Με τα λόγια του, δε θα πρέπει να να περιοριστούμε στο σώμα μας και πρέπει να αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε τα αντικείμενα για πράγματα περισσότερο από τροφή. Πολλά έχουν αλλάξει στη χώρα των Ιχθυάγων.  Είναι καλός ο Βασιλιάς και σοφός. Αντιλαμβάνεται πότε πρέπει να γίνονται οι αλλαγές και πώς πρέπει να μάθουμε να ζούμε για τις νέες εποχές.»
« Κουτός είναι και κοντόφθαλμος!» φώναξε ένας φρουρός από αυτούς που κάθονταν στο σκοτάδι και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας. « Αλλήγορο Βασιλιά τον φωνάζουν, μα αλλόκοτο θα πρεπε να το λένε. Αρέσκεται στο να μας λέει να ξεχάσουμε πως ζούμε και μας διατάζει να παίρνουμε παραδόσεις από άλλους λαούς. Αφήνει συνήθειες τόσων γενιών να διαλυθούν στη λήθη. Μας αγοράζει και μας πουλά με αντάλλαγμα ξενικά τεχνάσματα και φανταστικά πλούτη.»
« Αρκετά Ευχινόστομε!» βρόντηξε και άστραψε ο Αγαθίτης που είχε σηκωθεί όρθιος και κρατούσε το δόρυ του σφιχτά. « Μη ξεχνάς πως είσαι ένας από τους φρουρούς. Έχεις ορκιστεί πίστη και τιμή στον Χειμώνα όπως και οι υπόλοιποι.»
« Ορκίστηκα πίστη στο Βασιλιά,» είπε πιο χαμηλά ο φρουρός, « και η Διαδοχή πλησιάζει. Ούτε ο Χειμώνας κατάφερε να σταματήσει αυτή τη παράδοση παρά τη πίστη του στους νέους τρόπους. Η Παράδοση είναι ακόμα δυνατή στα μέρη μας Ομιλητή και η Ιλάειρα θα νικήσει»
« Αυτό θα φανεί σε λίγες μέρες» είπε ο Αγαθίτης βλέποντας τον φρουρό να απομακρύνεται στη θέση του. « Ότι και να γίνει θα το δεχθούμε με τιμή.»
Κανείς δε μίλησε μετά από αυτό. Τα τελευταία κόκαλα μαζεύτηκαν στους σάκους και όποιος δεν είχε τελειώσει το προσωρινό του κρεβάτι το ετοίμασε σιωπηλά χωρίς να κοιτά τον Αγαθίτη.
  Την επόμενη μέρα το ταξίδι μας δεν ήταν μεγάλο. Όπως είχε προβλέψει ο Οδηγητής φθάσαμε στις περιοχές των Ιχθυάγων αρκετά νωρίς, στα δύο δέκατα της μέρας. Ρωτώντας τον Αγαθίτη για το τρόπο με τον οποίο μετρούσαν το χρόνο, εφόσον ο ήλιος δε κινείται στον ουρανό, μου είπε ότι ήταν μια κατασκευή του Βασιλιά που τους το επέτρεπε. « Πήρε ένα δοχείο, μέχρι τη μέση γεμάτο με νερό,» μου είπε. « Στη συνέχεια έφτιαξε μια ράβδο από μαλακό καλάμι  και το στιγμάτισε με λευκές τελείες. Στην αρχή της ράβδου, κοντά στη λαβή,  έβαλε τις τελείες με μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους και όσο πλησίαζε προς το άλλο άκρο μείωνε τις αποστάσεις τόσο όσο που στις δύο τελευταίες τελείες μπορούσες να χωρέσεις μόνο το μικρό σου δάκτυλο . Όταν θέλουμε να δούμε σε ποια στιγμή της μέρας είμαστε απλά βουτάμε τη ράβδο στο δοχείο και κοιτάμε σε ποια τελεία έχει βραχεί.» Μου εξήγησε όταν το ρώτησα ότι το νερό υπακούει στη θέληση της Σελήνης. Όσο η νύχτα και η δύναμη της Σελήνης πλησιάζει τόσο το νερό αρχίζει να υψώνεται καθώς ελκύεται από τη αυτή.  Η μόνη αδυναμία του μηχανισμού αυτού ήταν ότι δε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τη νύχτα μιας και η Σελήνη παρέμενε ανένδοτη στην ίδια θέση σε όλη τη διάρκειά της.
Όταν ο Αγαθίτης τελείωσε τις λεπτομέρειες του μηχανισμού  είχαμε πλέον φθάσει στη πόλη. Ήταν στερεωμένη σε ξερό και σκληρό κόκκινο έδαφος όπως και οι άλλες περιοχές που περάσαμε. Τείχη δεν υπήρχαν και οι δρόμοι φαίνονταν σαν να είχαν σχηματιστεί από τις πατημασιές των κατοίκων παρά από κάποια επίσημη αρχή. Τα κτίρια ήταν αρκετά χαμηλά, και παρότι έδειχναν να είχαν κατασκευαστεί εδώ και καιρό ήταν αρκετά απλά. Κατασκευασμένα με βάση το ξύλο και κάποιο είδος ελαφρού πηλού, τα πιο πλούσια από αυτά έφεραν διακοσμητικά σκαλίσματα κοντά στις πόρτες και στα παράθυρα με αναπαραστάσεις κυμάτων και ζώων της θάλασσας. Σε παρόμοιο ύφος και μάλλον επιβάλλοντας την απλότητα αυτή, το ανάκτορο του βασιλιά Χειμώνα ξεχώριζε μόνο από το ύψος και την πιο περίπλοκα σκαλίσματα στην πόρτα. Στην ουσία τα μόνα πράγματα που έκαναν το ανάκτορο πραγματικά να διαφέρει από τα υπόλοιπα κτίρια ήταν ένα μικρός ημικυκλικός υπαίθριος χώρος  που διαγράφονταν από μία σειρά πέτρες και οι δύο φρουροί που στέκονταν έξω από την είσοδο.
« Φωνάξτε το Βασιλιά. Επιστρέψαμε,» είπε ο Αγαθίτης σε έναν από τους φρουρούς που πήγε αμέσως μέσα να μεταφέρει το μήνυμα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα επέστρεψε και πίσω του τον ακολούθησε  ο Βασιλιάς.  Τον έβλεπα να μετακινεί αργά τα άκρα του καθώς έσκυβε για να περάσει τη μικρή πύλη. Φορούσε τα ίδια ρούχα με τους υπόλοιπους φρουρούς με ένα λεπτό, χρυσό περιβραχιόνιο στο δεξί του χέρι που ταίριαζε αρκετά με το βαθύ και έντονο μπλε χρώμα του δέρματος του. Σε ένα ύψος πολύ κοντά στα τρία μέτρα έκρυψε τον ήλιο όταν πλησίασε εμένα και τον Αγαθίτη.
« Καλώς ήρθατε,» είπε με μια βαθειά  και ήρεμη φωνή.
« Καλώς σε βρίσκουμε, Άρχοντα»  απάντησε ο Αγαθίτης, περιμένοντας τις διαταγές του Βασιλιά ο οποίος είχε αρχίσει να περιεργάζεται το κοινό που έβλεπε με το βλέμμα του.
«Μίλησέ μου» διέταξε χωρίς να καθυστερήσει.
« Η αποστολή ήταν επιτυχής.»
« Μπορείς να εισέλθεις για τις λεπτομέρειες.»
« Και ο ξένος;» ρώτησε ο Αγαθίτης αμέσως. « Τον στέλνει ο Φύλακας...»
« Μπορεί να περάσει μέσα,» απάντησε ο Βασιλιάς αφού μου έριξε μια τελευταία ματιά και σχημάτισε ένα μικρό χαμόγελο στο άκουσμα του φύλακα. 
Η εσωτερική διακόσμηση του ανακτόρου ήταν ακόμα πιο απλή από το εξωτερικό. Οι τοίχοι ήταν κενοί, χωρίς διακόσμηση και το μόνο έπιπλο στη μοναδική αίθουσα του κτιρίου ήταν ο ξύλινος θρόνος που βρίσκονταν στο κέντρο και πίσω από μια μικρή εστία φωτιάς στερεωμένη σε ένα τετράγωνο βωμό.  Αρκετά μεγάλος για να φιλοξενήσει τις διαστάσεις του βασιλιά ο θρόνος ήταν μάλλον η πιο περίπλοκη κατασκευή  που είχα δει μέχρι τώρα. Παρότι στη μορφή έμοιαζε με μία απλή καρέκλα με βραχίονες, κάθε σημείο του θρόνου ήταν σκαλισμένο με διάφορα σχήματα και μορφές, όλα ενωμένα και συνδεδεμένα μεταξύ τους ώστε να σχηματίζουν μια μεγάλη και περίτεχνη μονοκονδυλιά. 
« Αφηγήσου, φίλε μου,» πρόσταξε ο Βασιλιάς τον Αγαθίτη όταν κάθισε στην καρέκλα.
« Βρήκαμε το Φύλακα ύστερα από τριάντα μέρες ταξίδι.  Μας επέτρεψε να διανυκτερεύσουμε δίπλα του και μας προσέφερε  νερό και αλάτι αλλά δεν μας φιλοξένησε, όπως μας είχες πει. Του μετέφερα το μήνυμα προσωπικά και την επόμενη μέρα μου ζήτησε να συνοδεύσω τον ξένο σε εσένα. Το ταξίδι μας ήταν γρήγορο καθώς ο ξένος μετέφερε ιδιοκτησία του Φύλακα.»
« Σε ευχαριστώ Αγαθίτη,» είπε ο Βασιλιάς όταν ο φρουρός τελείωσε τη σύντομη αναφορά του. « Μπορείς να αποχωρήσεις και να ξεκινήσεις τις προετοιμασίες για τη Μεταβίβαση.»
« Ώστε αποφασίστηκε η Μεταβίβαση...» είπε ο Αγαθίτης δείχνοντας στεναχωρημένος από το νέα. « Θα μπορούσα να αποφύγω αυτό το καθήκον τουλάχιστον;»
« Είσαι ο Ομιλητής μου,» του υπενθύμισε ο βασιλιάς απαλά. « Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι θα το άλλαζα. Αλλά δεν είναι κάτι που μπορώ να ελέγξω.»
« Μάλιστα. Σε ευχαριστώ Βασιλιά Χειμώνα,» είπε ο Αγαθίτης και αποχώρησε από την αίθουσα, με σκυμμένο κεφάλι, φανερά προβληματισμένος.
« Ξένε, μεταφέρεις κάτι για μένα;» με ρώτησε ο βασιλιάς,
«Μάλιστα,» είπα και έβγαλα από τη τσάντα μου το κουτί που μου είχε δώσει ο φύλακας. Το έδωσα στον Βασιλιά με προσοχή προσπαθώντας να μην τον ακουμπήσω και να μην το πλησιάσω αρκετά. Δεν ήξερα πως θα ερμήνευε τις κινήσεις μου.
Ο Βασιλιάς άνοιξε το κουτί και διάβασε ένα κομμάτι χαρτί που βρήκε μέσα, ενώ εγώ καθόμουν απόλυτα ήσυχος και όρθιος μπροστά του. Όταν τελείωσε, σηκώθηκε  από το θρόνο του και κατευθύνθηκε προς τη φωτιά. Άνοιξε ένα μικρό σακούλι που είχε πάρει από το κουτί του φύλακα και έριξε μια χούφτα σκόνη στη φωτιά. Η μυρωδιά της Αρτεμισίας γέμισε αμέσως το δωμάτιο παρά της μικρή ένταση της φλόγας.
« Σε χαιρετώ ως φιλοξενούμενο και ισότιμο, ξένε. Μπορείς να παραμείνεις εδώ για όσο θελήσεις. Είσαι ελεύθερος να δειπνήσεις και να ξεκουραστείς σε αυτή την αίθουσα. Θα προστάξω δύο φρουρούς μου να φέρουν ένα κρεβάτι για να είσαι πιο άνετα. Θα χρειαστώ όμως τη βοήθειά σου τη δέκατη ώρα, οπότε και θα περάσω να σε πάρω.»
Τελειώνοντας τα λόγια του ο Βασιλιάς μάζεψε το κουτί από το θρόνο του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. « Μην ανησυχείς,» μου είπε « είναι απλά κάποιες τελετές που πρέπει να γίνουν» και έφυγε αφήνοντάς με μόνο, ανάμεσα από το θρόνο και τη φωτιά.  
Read More ...


8 - Endless red horizon (Part II) by van612

Το επόμενο πρωί όταν ξύπνησα κατάλαβα πόσο η νύχτα με είχε ξεγελάσει. . Το σκούρο που έβλεπε τη προηγούμενη νύχτα ήταν πλέον μια συλλογή χρωμάτων, με τους Ιχθύαγες να εναλλάσσουν χρώματα δέρματος από βαθύ γαλάζιο σε σκούρο σμαραγδί αλλά να φέρουν το ίδιο γκρι χρώμα ματιών . Ήταν αρκετά ψηλοί, όσο και ο φύλακας, με κοντούς λαιμούς, στενούς ώμους και λεπτά αλλά δυνατά πόδια. Φορούσαν όλοι την ίδια κόκκινη μονοκόμματη στολή, που χωριζόταν στη μέση από μία βαθυπράσινη, φαρδιά ζώνη. Το πάνω μέρος της στολής ήταν ελαφρά φαρδύ, σχεδόν ριχτό και χωρίς μανίκια ενώ το κάτω μέρος στένευε σταδιακά και έφθανε ελάχιστα πιο κάτω από τα γόνατα, αφήνοντας το υπόλοιπο των ποδιών γυμνό. Ο μόνος που διέφερε στην εμφάνιση ήταν ο Αγαθίτης. Ήταν ο μόνος που είχε μαύρα μακριά μαλλιά και μία λεία, μεταλλική επιφάνεια κοσμούσε το αριστερό του χέρι, καλύπτοντας το από το καρπό μέχρι τον αγκώνα.
Αφήνοντας τους Ιχθύαγες στις ετοιμασίες τους, άρχισα να τοποθετώ τα πράγματα μου στο σάκο. Πρώτα έβαλα το μικρό ξύλινο κουτί που μου είχε δώσει ο φύλακας να μεταφέρω. « Να το παραδώσεις στον βασιλιά Χειμώνα τον ίδιο και να το ανοίξεις μόνο όταν ο ίδιος στο ζητήσει,» μου είχε πει επιτακτικά. Φρόντισα να τοποθετήσω κάποια από τα ρούχα μου γύρω του και να βάλω ακριβώς στη μέση του σάκου, ανάμεσα από άλλα ρούχα και τρόφιμα, για προστασία, αλλά και για να το κρύψω.
« Είσαι έτοιμος, ξένε;» με ρώτησε ο Αγαθίτης με ένα αρκετά αγνό ύφος. « Θα ήταν καλό να φύγουμε νωρίς, για να προλάβουμε τη μέρα.»
« Είμαι έτοιμος,» του είπα και έβαλα το σακίδιο στον ώμο μου.
Ακούγοντας την απάντησή μου ο Αγαθίτης προχώρησε μερικά βήματα και στάθηκε μπροστά από τους υπόλοιπους φρουρούς. Ένας δυνατός βόμβος ακούστηκε όταν χτύπησε την μεταλλική επιφάνεια στο χέρι του με το ακόντιο που έκανε τους Ιχθύαγες να σταθούν προσοχή μπροστά του, σταματώντας κάθε άλλη συζήτηση και δραστηριότητα.
« Αδελφοί!» ξεκίνησε ο Αγαθίτης με δυνατή φωνή. « Επιστρέφουμε πίσω με την αποστολή μας ολοκληρωμένη. Ο ξένος θα ταξιδέψει μαζί μας, σαν αδελφός και φίλος, για να συναντήσει τον Βασιλιά, ύστερα από παράκληση του Φύλακα. Χαρείτε αδελφοί, γυρίζουμε πίσω.» Μία σύντομη αλλά δυνατή ιαχή ακούστηκε από τους φρουρούς που δέχονταν καταφατικά τα λόγια του Αγαθίτη, ο οποίος στη συνέχεια γύρισε προς τον φύλακα. « Σε χαιρετούμε, Φύλακα. Ελπίζουμε οι υπηρεσίες μας να σε ευχαρίστησαν.»
« Είμαι αρκετά ευχαριστημένος,» είπε ο φύλακας δυνατά, για να τον ακούσουνε όλοι. « Καλό σας ταξίδι, Φρουροί και γρήγορο σας εύχομαι.»
Ταξιδέψαμε για αρκετές ώρες κάτω από τον κόκκινο ήλιο, εγώ και Αγαθίτης να ηγούμαστε και οι Ιχθύαγες να ακολουθούν. Ήταν λιγομίλητοι και επικοινωνούσαν περισσότερο με νεύματα, εκφράσεις του προσώπου και σήματα των ματιών. Κρατούσαν πάντα τα ακόντιά τους στο δεξί τους χέρι και κάθε τόσο έριχναν ματιές τριγύρω τους σα να περίμεναν να συναντήσουν κάποια απειλή, κάποιον εχθρό που θα τους χτυπούσε από το πλάι, σιωπηλά. Όταν ο ήλιος ήταν μισός στη δύση του ο Αγαθίτης έκρουσε μια ακόμη φορά το μέταλλο στο χέρι του σταματώντας μας. « Θα ξεκουραστούμε εδώ απόψε. Ετοιμάστε τα πράγματα.»
Καθώς οι υπόλοιποι Ιχθύαγες ετοίμαζαν τα προσωρινά κρεβάτια τους ο Αγαθίτης άρχισε να φτιάχνει μια μικρή φωτιά με κάποια ξερόκλαδα που είχε μεταφέρει μαζί του από τη σκηνή του φύλακα. Στην αρχή τα έριξε όλα κάτω άτσαλα και άρχισε να χτυπάει δύο πέτρες μαζί για να βγάλουν σπίθες. Βλέποντας πως αυτό δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα άρχισε να μαζεύει τα ξύλα ένα ένα και να τα τοποθετήσει έτσι ώστε να δημιουργήσει μια πιο στιβαρή, τριγωνική κατασκευή. « Με συγχωρείς ξένε, μα ο λαός μας έχει αφήσει τη γη φλόγα εδώ και καιρό,» μου είπε κοιτώντας με ελαφρά ντροπιασμένος όταν και η δεύτερη προσπάθειά του απέτυχε.
« Μην ανησυχείς,» του απάντησα και άρχισα να μαζεύω πάλι τα ξύλα για να φτιάξω μια κανονική φωτιά. Όσο ετοίμαζα τη φωτιά μερικοί Ιχθύαγες άρχισαν να με παρατηρούν με περιέργεια, κοιτώντας τις κινήσεις μου με προσοχή, σαν να έβλεπαν κάτι αρκετά σημαντικό. Ο Αγαθίτης αντίθετα είχε αρχίσει να συνομιλεί με έναν από τους φρουρούς. Σταδιακά οι κουβέντες τους άρχισαν να γίνονται όλο πιο δυνατές μέχρις ότου ο Αγαθίτης, ως ανώτερος, διέταξε τον φρουρό να σταματήσει και πλησίασε πάλι προς τη μεριά μου.
« Ξένε, θα ήθελα να σε ρωτήσω. Σου έδωσε ο Φύλακας να μεταφέρεις αντικείμενα της ιδιοκτησίας του;»
« Ναι. Μου έδωσε ένα μικρό κουτί, για να το παραδώσω στον βασιλιά σας,» είπα και τόνισα τις τελευταίες λέξεις φοβούμενος μήπως η καταφατική μου απάντηση έφερε αρνητικές επιπτώσεις για μένα ή για το φύλακα.
« Ξένε,» φώναξε ο Αγαθίτης με ένα μεγάλο χαμόγελο. « Δε ξέρεις τι χαρά μας δίνεις. Ο Οδηγητής μας μόλις μου ανέφερε ότι απέχουμε μόνο δύο δέκατα της μέρας από τη πόλη μας.»
« Τόσο λίγο; Είχα την εντύπωση ότι το ταξίδι θα ήταν μεγαλύτερο»
« Μας πήρε τριάντα μέρες να βρούμε τον Φύλακα. Αλλά τώρα μεταφέρουμε ιδιοκτησία του και μας ευχήθηκε γρήγορο ταξίδι,» απάντησε και έπιασε τον αριστερό μου ώμο με το δεξί του χέρι. « Σε ευχαριστούμε ξένε.»
Από τα λόγια του Αγαθίτη, αλλά και από την εντύπωση που τους προκαλούσε η φωτιά, μερικοί Ιχθύαγες άρχισαν να κάθονται διστακτικά δίπλα μου όταν έπεσε η νύχτα. Μαζί τους ήταν και ο Αγαθίτης, που τους είχε φέρει και μερικά αλατισμένα ψάρια για να δειπνήσουν. Κάθε τόσο κάποιος από αυτούς θα με κοιτούσε κάπου κάπου καθώς έτρωγε αλλά θα άλλαζε το βλέμμα όταν τον αντιλαμβανόμουν. Ήταν αρκετά οξύμωρο. Τα ίδια άτομα που πριν λίγες ώρες περπατούσαν με φουσκωμένα στήθη και όπλα, έτοιμοι για μάχη, κάθονταν τώρα αδέξια δίπλα μου, τριγύρω από τη φωτιά σα να φοβόντουσαν ότι θα τους καταβροχθίσει.
« Όρκυνε, παίξε μας λίγη μουσική,» είπε ο Αγαθίτης σε έναν από τους φρουρούς. « Εκείνος μας μάγεψε με τη φωτιά. Ας τον μαγέψουμε εμείς με τις φωνές μας.»Υπακούοντας τις εντολές του Ομιλητή, ο φρουρός έβγαλε ένα μικρό δοχείο από τη ζώνη του και έτριψε τα χέρια του με ένα άγνωστο υγρό που έμοιαζε σα λάδι. Αφήνοντας το δοχείο στο χώμα, ο Όρκυνος μάζεψε τα χέρια του σε ένα παράξενο σχήμα , περιπλέκοντας τα δάχτυλα του κάθε χεριού με το άλλο, και τα έβαλε μπροστά στα χείλη του. Όταν φύσηξε ένας μελαγχολικός ήχος, σα του κοχυλιού, βγήκε από τα χέρια του και κάθε φορά που κουνούσε ένα από τα δάχτυλά του η νότα άλλαζε σχηματίζοντας καθαρές, ολόλευκες μελωδίες. Σιγά σιγά και άλλοι Ιχθύαγες άρχισαν να παίρνουν θάρρος και να σχηματίζουν και αυτοί διαφορετικά όργανα με τα χέρια τους, άλλα να βγάζοντας ψηλές και άλλα χαμηλές νότες. Στο τέλος μια ολόκληρη ορχήστρα δημιουργήθηκε που τραγουδούσε τη θάλασσα και το κύμα και σε ταξίδευε όσο πιο μακριά μπορούσε να πάει η φαντασία σου.
«Μπορείτε να τραγουδήσετε για λίγο ακόμα;» τους ρώτησα αμέσως όταν σταμάτησαν.
« Με συγχωρείς φύλακα,» απάντησε ο Αγαθίτης. « Αυτό ήταν το τελευταίο μας δοχείο με αυλέλαιο.»
« Η μουσική σας ήταν μαγική,» τους είπα με ειλικρίνεια. « Περιμένω να ακούσω ακόμα περισσότερη όταν φθάσουμε στη πόλη σας.»
« Τώρα μόνο άκουσες φρουρούς, απαίδευτους στη τέχνη του χειραυλού. Οι πραγματικοί μας μουσικοί θα είναι αυτοί που θα σου ζεστάνουν τη καρδία.»
Σταματήσαμε να μιλάμε μετά από τα τελευταία λόγια του Αγαθίτη. Όσοι από τους φρουρούς δεν είχαν τελειώσει το φαγητό τους συνέχισαν να τρώνε και να πετάνε τα κόκκαλα από τα ψάρια σε σακούλες που μοιράζονταν ανά ομάδες των τριών. Το δέρμα τους αντανακλούσε τη φωτιά κα δημιουργούσε ένα σώμα αχνού φωτός γύρω από το κύκλο μας, σαν ένα εύκαμπτο ουράνιο τόξο γεμάτο ζεστές αποχρώσεις πράσινου και γαλάζιου. Όσο κουνούσαν τα χέρια τους οι φρουροί τόσο κινούταν η σκιά του φωτός που μας περικύκλωνε και τα χρώματα της αναμιγνύονταν μεταξύ τους δημιουργώντας νέους σχηματισμούς που διαπερνιούνταν μόνο από το φως της Σελήνης, που βρίσκονταν ακριβώς στη μέση του ουρανού όπως κάθε άλλη νύχτα.
Απολαμβάνοντας τις κινήσεις του φωτός, το βλέμμα μου έπεσε στους Ιχθύαγες που δεν είχαν έρθει να κάτσουν μαζί μας στη φωτιά. Τριπλάσιοι στον αριθμό από αυτούς κοντά μου, άλλοι κάθονταν με τη πλάτη γυρισμένη προς τα εμάς και άλλοι μας κοιτούσαν τρώγοντας, με έντονα βλέμματα δυσαρέσκειας.
« Αγαθίτη, γιατί οι υπόλοιποι φρουροί δεν έρχονται κοντά στη φωτιά;» ρώτησα περιμένοντας να πάρω μια ευνοϊκή απάντηση.
Read More ...

7 - People of the Water ( Fylakas 3, Part I) by van612

Έβλεπα τη φωτιά να καίει τα πυρωμένα ξύλα και να τα τρώει, χαράζοντας γραμμές επάνω τους που τα διαχώριζαν σε περίπλοκα σχήματα. Κάθε κόκκινο κομμάτι ξύλου αποκτούσε τα δικά του ποτάμια, και κάθε νησί πάνω του έκαιγε πιο λαμπρό και πιο ζεστό από το επόμενο, σαν να συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα γίνει πρώτο μέρος της λεύκης στάχτης που είχε συσσωρευθεί από κάτω.
« Δεν είναι η φωτιά ότι πιο παράξενο έχεις δει;» με ρώτησε ο φύλακας ενώ έκοβε ένα κομμάτι καλαμποκόψωμο. « Είναι κομμάτι από τον Ήλιο αλλά δε δίνει ζωή, μόνο παίρνει. Και είναι τόσο αδύναμη, μπορεί να φύγει με ένα μέτριο αγέρι ή με λίγο νερό.»
« Τουλάχιστον ελέγχεται» του απάντησα και ήπια μια γουλιά από το τσάι που μου είχε δώσει.
Ήταν νύχτα και είχαμε πλέον απομακρυνθεί αρκετά από την Αλκηστία. Τα δάση είχαν εξαφανιστεί και βλέπαμε για άλλη μια φορά μόνο την έρημο και τη μαύρη νύχτα τριγύρω μας. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι δύο Άβαντες είχαν αρχίσει να μου λείπουν. Η ιστορίες τους έκαναν τέτοιες νύχτες να περνούν πιο ευχάριστα και η εμφάνισή τους, ή απλή ύπαρξή τους δίπλα σου ήταν κάτι που άλλαζε το κόκκινο τοπίο της ερήμου προς το καλύτερο.
« Είχαμε έρθει σε μια συμφωνία πριν φύγουμε από τη χώρα των Αβαντών και είμαστε αρκετά απομακρυσμένοι για να μπορώ να αρχίσω να την εκπληρώνω,» είπε κάθισε δίπλα μου. « Είσαι έτοιμος;»
« Ξεκίνα , σε παρακαλώ,» του είπα σχεδόν ξαφνιασμένος. Περίμενα να κρατήσει το λόγο του, αλλά όχι μόλις μερικές ώρες αφότου αφήσαμε τις δύο γυναίκες στη πόλη τους.
« Ο κύβος είναι η Θρωπός. Σε άλλα μέρη τον ονομάζουν και Κοιτίς, αλλά το πρώτο είναι πιο σωστό.»
« Θηλυκά ονόματα για ένα αρσενικό αντικείμενο;»
« Πάντα όταν δεν ξέρουμε κάτι του δίνουμε ένα θηλυκό όνομα, όπως τη θάλασσα,» μου απάντησε. « Κανείς δε ξέρει τη προέλευση της Θρωπούς, αλλά ο Ίστωρ ήταν ο πρώτος που τη συνάντησε και τη κατέγραψε. Ο ίδιος ήταν που μου ανέθεσε τη φύλαξή της, ή μάλλον ήταν αυτός που μου μετέφερε τη συγκεκριμένη εντολή.»
« Και τι είναι μέσα στο κύβο; Τι ακριβώς φυλάς;»
« Δε γνωρίζω. Η επαφή μου με τη Θρωπό είναι αρκετά μικρή. Στην αρχή και εγώ την περιεργαζόμουν όπως και εσύ όταν την πρωτοείδες, αλλά στη συνέχεια αντιλήφθηκα ότι όσα και να είναι τα μυστικά της Θρωπούς, είναι δικά της μόνο.»
« Και οι εξαφανίσεις;»
« Οι εξαφανίσεις είναι συχνό φαινόμενο για αυτούς που δε γνωρίζουν πως να παρατηρούν τον Κύβο. Άλλοι τη βλέπουν συνεχώς όταν βρίσκεται γύρω τους, άλλοι σποραδικά, όπως εσύ, και άλλοι δεν την έχουν δει ποτέ και αγνοούν την ύπαρξή της. Θυμάμαι ένα Βρίγαντα μια φορά που πέρασε μέσα από τη Θρωπό σαν να μην υπήρχε τίποτα μπροστά του και ένας Δόλοπας είδε ένα δόρυ του να θρυμματίζεται καθώς τη χτύπησε άθελά του.»
« Και πόσο καιρό φυλάς τη Θρωπό;»
«Πόσους κόκκους άμμου υπάρχουν στην έρημο;» μου χαμογέλασε. « Ποιος είναι ο πρώτος και ποιος ο τελευταίος;»
Τον κοίταζα καθώς τελείωνε τα λόγια του και αναρωτιόμουν εάν μου είπε ουσιαστικά κάτι. Γνώριζα πλέον ένα όνομα και γιατί δε μπορούσα να δω το κύβο κάθε φορά, αλλά και τα δύο ήταν πληροφορίες αρκετά μικρότερες από ότι περίμενα να λάβω. Έβλεπα το φύλακα καθώς επανατοποθετούσε τα ξύλα στη φωτιά με γυμνά χέρια και ήμουν βέβαιος ότι ήξερε αρκετά περισσότερα από ότι μου είπε και από ότι ήθελε να μου πει. Αποφάσισα όμως να μην επιμείνω. Ήθελα να δώσω περισσότερη προσοχή στο περιβάλλον γύρω μου και να αρχίσω να το καταλαβαίνω χωρίς τη βοήθεια του.
« Βάλε λίγο νερό να ζεσταίνεται και ρίξε μερικές χούφτες αλάτι. Έχουμε ταξιδιώτες να φιλοξενήσουμε,» μου είπε δείχνοντας τους κόκκινους, φλεγόμενους πυρσούς που κατευθύνονταν προς το μέρος μας.
Ξεκίνησα αμέσως να ρίχνω νερό στη μεγάλη μεταλλική χύτρα που δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέχρι τότε και την έβαλα επάνω από τη φωτιά. Έριχνα το αλάτι σταδιακά, φροντίζοντας να έχει διαλυθεί κάθε δόση πριν προσθέσω την επόμενη και αναρωτιόμουνα ποιος θα έπινε ζεστό νερό και αλάτι στη μέση της ερήμου.
« Σας χαιρετώ,» είπε ο φύλακας μόλις οι ταξιδιώτες πλησίασαν αρκετά κοντά στη σκηνή μας. Τα φώτα από τους πυρσούς τον φώτιζαν δυνατά.
« Σε χαιρετούμε Φύλακα. Είμαστε οι Ενενήντα Εννέα Φρουροί και μεταφέρουμε ένα μήνυμα από το Βασιλιά,» απάντησε ο πρώτος της συνοδείας. Ήταν όλοι τους σκουρόχρωμοι. Φορούσαν ελαφρά ρούχα σε κόκκινο χρώμα και πρέπει να μετέφεραν ένα είδος όπλου σαν ακόντιο.
« Μίλησε,» είπε ο φύλακας περιμένοντας μια απάντηση.
« Ο Βασιλιάς λέει ότι ότι ο Κύκλος σχεδόν τελειώνει.»
« Μάλιστα. Πως σε λένε, φρουρέ;»
« Αγαθίτη με φωνάζουν. Πρώτος φρουρός και Ομιλητής»
« Πες μου Αγαθίτη, ήταν στη αποστολή σου και η μεταφορά κάποιου αντικειμένου, προορισμένου για μένα;»
« Όχι Φύλακα. Ο Βασιλιάς δεν έδωσε τέτοιες εντολές.»
« Μάλιστα,» είπε ο φύλακας με ένα μικρό χαμόγελο αυτή τη φορά. « Για απόψε ξεκουραστείτε εδώ. Έχω ήδη ετοιμάσει αλατισμένο νερό για όλους σας και είστε ελεύθεροι να στήσετε σκηνές και κρεβάτια για να περάσετε τη νύχτα.
« Σε ευχαριστούμε φύλακα.» απάντησε ο Αγαθίτης και άρχισε αμέσως να δίνει εντολές στους υπόλοιπους φρουρούς για να ετοιμαστούν για τη νύχτα.
Ο φύλακας με πλησίασε στη φωτιά καθώς έβλεπα τους νέους μας φιλοξενούμενους να σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω από τη φωτιά και να αφήνουν ότι πράγματα έφεραν στην άμμο, φτιάχνοντας αυτοσχέδιους υπνόσακους.
« Ξένε, θα χρειαστώ τη βοήθειά σου.»
« Πες μου,» είπα έτοιμος να ακούσω το οτιδήποτε. Ήξερα πλέον ότι κάθε φιλοξενούμενος του φύλακα σήμαινε μια καινούργια περιπέτεια.
« Θα επιθυμούσα να ταξιδέψεις με τους φρουρούς στη χώρα τους. Θέλω να συναντήσεις το Βασιλιά τους.»
« Γιατί δε πηγαίνεις ο ίδιος;» τον ρώτησα και είδα αμέσως το φρύδια του να χαμηλώνουν.
« Όπως θα έχεις παρατηρήσει δε μου επιτρέπεται να εισέλθω σε πόλεις. Δέχεσαι να με βοηθήσεις; »
Η απάντησή μου ήταν καταδικασμένη να είναι θετική. Η δυσαρέσκεια του φύλακα δεν ήταν κάτι που βιαζόμουν να γνωρίσω. Ούτως ή άλλως, η δυνατότητα να εισέλθω σε μία πόλη ήταν κάτι το οποίο με ενθουσίαζε αρκετά και παραμέριζε τη διστακτικότητα που γεννούσε η απομάκρυνσή μου από το μοναδικό άνθρωπο που γνώριζα σε αυτά τα μέρη.
« Ωραία» είπε ο φύλακας ακούγοντας την απάντησή μου. « Το πρωί θα σου δώσω τις οδηγίες για το ταξίδι, καθώς και κάποια πράγματα να πάρεις μαζί σου.»
Read More ...

Ήμουν στην αίθουσα πριν ξεκινήσει το μάθημα και έψαχνα να βρω κάποιο torrent για να κατεβάσω τη πρώτη σεζόν των Power Rangers όταν άκουσα τον καθηγητή να συζητά με ένα συμφοιτητή για τις τρέχουσες εξελίξεις στην αγορά του του διαστημικού τουρισμού. Τους άκουγα παθητικά, χωρίς να προσέχω τι ακριβώς λένε όταν ξαφνικά άκουσα τον συμμαθητή μου να αναρωτιέται πώς η συγκεκριμένη αγορά θα επηρεαστεί από τις κρίσεις σε εκείνες της μικρές χώρες στην Ευρώπη. Χωρίς να το σκεφτώ μπήκα αμέσως στη κουβέντα. « Η Ιταλία δεν είναι μικρή χώρα, όχι γεωγραφικά και σίγουρα όχι οικονομικά,» είπα με εξαίσια αγρινιώτικη προφορά στα αγγλικά.
« Ναι, αλλά πως επηρεάζει τη τωρινή οικονομία στην Ευρώπη η κρίση σε αυτές της χώρες;»
« Δε έχεις καταλάβει», του απάντησα. « Ότι γίνεται σε τώρα σε όλη την Ευρώπη είναι παγκόσμιο και θα δε θα επηρεάσει απλώς το σύνολο της δυτικής οικονομίας, αλλά θα την ισοπεδώσει τελείως.» Σταμάτησα περιμένοντας κάποια απάντηση από τον συμφοιτητή μου αλλά το μόνο που μου έδειξε ήταν ένα γρήγορο βλέμμα απορίας που ταυτόχρονα αποδοκίμαζε τα φουσκωμένα λόγια μου. « Πρέπει να καταλάβεις κάτι,» άρχισα να ξαναμιλάω αντιλαμβανόμενος ότι αυτή θα ήταν ένας μεγάλης διάρκειας διάλογος. « Η κρίση αυτή έχει ως κύρια αίτια την εκβιαστική δανειοδότηση σε μικρότερα κράτη με μόνο σκοπό την επαναφορά αυτών των χρημάτων στις αγορές των δανειοδοτών κρατών-υπόδουλων των τραπεζών, σε διάφορες μορφές όπως οι αγορές εξοπλισμών και οι Ολυμπιακοί αγώνες.»
« Μα τα κράτη ούτως ή άλλως εκδίδουν ομόλογα για να χρηματοδοτηθούν....» ξεκίνησε να λέει ο συμφοιτητής μου που εμφανώς δεν ήξερε τι σήμαιναν οι λέξεις πασπ, νουδουφουκου, γεσεε και άλλοι πρώτο-ινδοευρωπαϊκοί φθόγγοι που στροβιλίζονταν γύρω από τα αυτιά μου από τη στιγμή που γεννήθηκα.
« Αυτό ακριβώς, αυτό είναι το πρόβλημα!» φώναξα διακόπτοντάς τον. « Πουλάνε αέρα κοπανιστό για δεκαετίες αντί να πουλήσουν χρήσιμα αγαθά και τώρα που το μπαλόνι είναι έτοιμο να σπάσει έχουν αρχίσει να δείχνουν τα δόντια τους. Κοίτα, εδώ και καιρό δε μιλάμε πλέον για μια οικονομική κρίση. Αυτά που ζητάνε δεν είναι απλά οικονομικά μέτρα αλλά πλήρης υποδούλωση. Είναι σα να χρωστάς εσύ σε κάποιον και αυτό να σου λέει ότι θα μπει στο σπίτι σου και θα ελέγχει ακόμα και το πόσο χαρτί υγείας χρησιμοποιείς. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο ηγέτες κρατών, άσχετα από την ικανότητα και τα κίνητρά τους, αντικαταστάθηκαν μες σε μια βδομάδα από μη δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες που είχαν εργασθεί για την Ε.Ε. και διάφορα τραπεζικά συστήματα στο παρελθόν. Οι μόνες επιλογές που σου δίνουν είναι είτε να σκύψεις για να σε γαμήσουν είτε να σκύψεις για να σου κόψουν το κεφάλι.»
« Ναι, αλλά από τις δύο επιλογές η πρώτη φαντάζει καλύτερη. Από το να καταστραφούν τόσα κράτη.» απόρησε ο συμφοιτητής μου με ειλικρίνεια.
«Πρέπει να θυμάσαι ότι το κανένα κράτος δε θα πέσει. Το οικονομικό του σύστημα, οι τράπεζες θα πέσουν, αλλά όχι οι άνθρωποι. Κοίτα, το ότι η δυτική οικονομία θα καταστραφεί είναι δεδομένο. Έχει γίνει το 1929, έγινε πιο ελαφρά τη δεκαετία του 70, και γίνεται και τώρα. Το κόλπο τους είναι ότι λειτουργούν σε κύκλους. Κάθε φόρα μπαίνεις ένας κερδίζει ότι μπορεί και μετά έρχεται ο επόμενος μέχρι ο κύκλος να μην αντέξει και να σπάσει.
Το θέμα είναι το ποιός θα είναι όρθιος όταν η οικονομία πέσει. Για αυτό κάνουν ότι κάνουν. Όταν η σκόνη καθίσει θέλουν αυτοί να είναι ακόμα στη θέση που ήταν και πριν ώστε να μπορέσουν να αρχίσουν πάλι από την αρχή. Είναι κυκλικό βλέπεις, παλιά οι αποικίες γίνονταν με τα όπλα και στη σημερινή εποχή γίνονται με χρέη και διεθνή διακρατικά συμβόλαια.»
« Ομολογώ πως δεν ήξερα ότι όλα αυτά γίνονται στην Ευρώπη.» ψέλλισε ο συμφοιτητής μου κάτω από τα φώτα που του είχε δώσει ο λενινομπακούνιν που είχε ξυπνήσει μέσα μου.
« Μα δεν είναι μόνο στην Ευρώπη,» άρχισα πάλι να μιλάω και για πρώτη φορά κατάλαβα την ησυχία που υπήρχε στην αίθουσα. « Πριν κάτι μέρες διάβαζα μια έρευνα που έλεγε πως ακόμη και εδώ οι περισσότεροι άνθρωποι θα ξεπληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια στην ηλικία των 60 και των 70. Σήμερα είδα μια ανακοίνωση που έλεγε πως στη πολιτεία μας οι φόροι στις επιχειρήσεις μειώθηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια κατά 16% ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα το μηνιαίο πάσο για τις αστικές συγκοινωνίες αυξήθηκε από 98 δολάρια σε 121. Πάσο το οποίο φυσικά οι περισσότεροι το χρησιμοποιούν για να μεταβούν στις εργασίες στους, στις ίδιες δηλαδή επιχειρήσεις των οποίων οι φόροι μειώνονται. Και όλα αυτά σε μια οικονομία που ούτως ή άλλως μονοπωλείται από αμερικάνικα κεφάλαια από την ανεξαρτησία αυτού του κράτους. Φαντάσου τι θα γίνει όταν δε θα μπορούν πλέον να κρύβουν την ύφεση στις Η.Π.Α.»
« Τι να σου πω, ποτέ δε το είχα σκεφτεί έτσι..» μου είπε κουρασμένος σα να ήθελε να τελειώσει τη κουβέντα.
« Φυσικά δεν το είχες σκεφτεί έτσι. Ούτε και εγώ δε τα σκεφτόμουν αυτά παλιότερα. Και οι δύο μας είμαστε πολύ απασχολημένοι με τις ζωές μας για να ασχοληθούμε με αυτά. Αυτό είναι το κόλπο που χρησιμοποιούν, σε βομβαρδίζουν με φοβίες, σου μιλάνε για ανεργία και σου λένε ότι εσύ φταις μου δεν έχεις βρει δουλειά. Σου δείχνουν την οικονομία σα κάτι μη ελέγξιμο σαν ένα μπαμπούλα και σε πιέζουν σε ένα τρόπο ζωής με γρήγορους ρυθμούς και ελάχιστο ύπνο. Είμαστε στην ουσία σε ένα συνεχή πανικό που προκαλείται από τα Μ.Μ.Ε. και ανησυχούμε μήπως χάσουμε ακόμα και τα κέρματα που έχουμε στη τσέπη μας λόγω της κατά τα άλλα ανεξέλεγκτης οικονομίας. Το πρώτο που μπορείς να κάνεις είναι να μη διαβάζεις τις φυλλάδες μου μοιράζουν δωρεάν στη συγκοινωνία»
Σταμάτησα τη φανφάρα γιατί κουράστηκα, αλλά και γιατί το summon που έκανα στο φάντασμα του Κροπότκιν είχε αρχίσει να εξασθενεί. Μια μεγάλη έκπληξη με περίμενε όταν γύρισα τα μάτια μου στην υπόλοιπη αίθουσα και είδα τους υπόλοιπους συμφοιτητές μου να με κοιτούν λες και τόσην ώρα χόρευα μπροστά τους τη μακαρένα γυμνός. Ακόμα και ο πιο παλιός μου φίλος που ήξερα από το πρώτο έτος και πήραμε πτυχίο μαζί με κοιτούσε σα να του είχα πει ότι η Apple θα σταματούσε να παράγει i-pods. Δεν άντεξα εκείνη τη στιγμή αναγνώστη. Η κοινωνική πίεση ήταν μεγάλη και η μόνο η ιδέα του να περάσω τις επόμενες τρείς ώρες της διάλεξης με την υπόλοιπη αίθουσα και τον καθηγητή να νομίζουν ότι ήμουν κοινωνικά διεστραμμένος με έκανε να σπάσω.
«But who gives a shit?!» είπα με δυνατή φωνή για να με ακούσουν όλοι. « Skyrim is out and I still haven’t leveled the fuck up. Can’t wait to go home and kick some dragon booty.» Αμέσως είδα τη κατάσταση στην αίθουσα να καλυτερεύει. Ο καθηγητής άρχισε να παραδίδει και ο φίλος μου μου έδειξε με καμάρι το top commenter τίτλο που είχε πάρει youporn.com. Κατάφερα και γλύτωσα από τα νύχια του κοινωνικού Χάρου και τίποτα απολύτως δεν είχε αλλάξει. Όλα ήταν όπως πριν.
Read More ...


Pittermilk - Pastorius Pasteur by Pittermilk

Ο Παστόριους Παστέρ γεννήθηκε ακριβώς εννέα μήνες μετά τη σύλληψή του η οποία έτυχε να γίνει καθώς οι γονείς τους συμμετείχαν σε διάφορες σεξουαλικές δραστηριότητες ακούγοντας το τελευταίο άλμπουμ των Γούεδερ Ρηπόρτ στο πικάπ. Το επίθετό τους προέρχεται από μια μακρινή συγγένεια του πατέρα του με τον γνωστό Παστέρ που ανακάλυψε πως να βράζει γάλα χωρίς να το κάνει γιαούρτι. Από μικρός ο Παστόριους λάτρευε να τρώει παστέλια, ιδίως αυτά με σουσάμια, και το αγαπημένο του φαγητό όταν μεγάλωσε ήταν το παστίτσιο με μπόλικη μπεσαμέλ. Για να καταφέρνει να προμηθεύετε τα υλικά για το παστίτσιο του, ο προτεστάντης Παστόριους έγινε πάστορας σε μια μικρή κοινότητα κάπου σε κάποια αμερικάνική περιοχή δύο βήματα μετά το πουθενά. Για χρόνια το ποίμνιό του αναρωτιόταν πως ένας γάλλος με βαθιά αγάπη για το ελληνικό φαγητό βρέθηκε να τους προτείνει να ψηφίσουν το ρεπουμπλικανικούς υποψηφίους σε κάθε εκλογές, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα για κάποια άλλη στιγμή.
Τώρα θα περίμενες ότι κάποιος σαν τον Παστόριους Παστέρ που τρώει παστέλια και δουλεύει ως πάστορας θα ήταν επίσης και πούστης. Δυστυχώς για μένα αλλά και ευτυχώς για τον ίδιο μιας και το ποίμνιό του θα τον έκαιγε ζωντανό αν μάθαινε κάτι τέτοιο, οι αυστηροί κανόνες προφοράς της ελληνικής γλώσσας τον απάλλαξαν νωρίς από αυτή την ιδιότητα χωρίς δεύτερες σκέψεις ή φαλλικούς πειραματισμούς. Αντίθετα ο Πάστορας Παστέρ διέθετε μάτια που έπαιζαν αρκετά κάθε φορά που μια γυναίκα περνούσε δίπλα του και είχε εδώ και καιρό συνειδητοποιήσει ότι το μεγάλο του φετίχ ήταν τα μαστάρια ( τα οποία εάν υπήρχε θεός θα τα λέγανε παστάρια και εγώ θα είχα απαλλαχτεί από αυτή την αβάσταχτη ρωγμή στην ηλιθιότητα του κειμένου).
Εκτός από τραγόπαπας, ο Παστόριους ήταν και αρκετά διεφθαρμένος. Είχε διάφορα πάρε δώσε με πολλές σκιώδεις φιγούρες της κοινότητά τους αλλά και αρκετούς «μεγαλοεπενδυτές» της πολιτείας του πουθενά στο οποίο βρισκόταν. Έτσι οι δωρεές που μάζευε το ποίμνιό του για την διάσωση του μέσου αμερικανού τσοπάνη και την συνέχιση των αγώνων του Tea Party κατέληγαν να γίνονται επενδύσεις σε διάφορα πολιτιστικά κέντρα με ονόματα όπως « Η Μοζαμβίκη», « Τα πρόθυμα μπούτια» και μετοχές σε εταιρίας σαν και τις « Pyramida Inc» και «Ellinika Ependytika Omologa Dimosioy LLD.» Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία του Παστόριους ήταν στο κλάδο του λαθρεμπορίου στον οποίο έκανε μια πραγματική κίνηση ματ που θα του απέφερε τεράστια κέρδη. Χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις που γνωστοί του είχαν κάνει κατά το πόλεμο του Ιράκ στη Μέση Ανατολή, αλλά και το Facebook, κατάφερε να μεταφέρει παράνομα στις Η.Π.Α τις μεγαλύτερες ποσότητες τούρκικου παστουρμά από την εποχή που η Εβραϊκή μαφία έπαψε να ελέγχει αυτή την αγορά. Τα McDonalds θα ίδρωναν.
Όταν η συμφωνία διεκπεραιώθηκε, και ο παστουρμάς έφθασε στο μοναδικό λιμάνι που υπήρχε στα δύο βήματα μετά το πουθενά, ο Παστόριους είχε ένα πονηρό χαμόγελο που ξεκινούσε από το αριστερό του αυτί και έφθανε άνετα στο τυλιγμένο παστέλι που είχε στη δεξιά τσέπη του πουκάμισού του. Ήταν εκείνη η στιγμή που αποφάσισε να κάνει κάτι που ήθελε εδώ και πολύ καιρό αλλά ποτέ δε το έκανε. Ήταν μια από εκείνες τις πράξεις, εκείνες τις ενέργειες που φοβόσουν να κάνεις γιατί δεν ήξερες τι συνέπειες θα είχαν και πως θα ένιωθες κατά τη διάρκειά τους. Παρόλα αυτά εκείνη η μέρα ήταν μέρα επιτυχίας για το Παστόριους και έτσι η αίσθηση του αήττητου και άθραυστου που είχε υπερνίκησε το φόβο και την ανασφάλειά του.
Ο Παστόριους μπήκε στο ελληνικό εστιατόρια ευδιάθετος αλλά βγήκε μετά με ένα φορείο χωρίς να αναπνέει. Ο Παστόριους στραβοκατάπιε τη πρώτη κουταλιά πατσά που έφαγε στη ζωή του. Η αντιστροφή του φθόγγου στο οποίο η ζωή του Παστόριους βασίστηκε ψυχή τε και σώματι αποδείχτηκε αβάσταχτη για τον οισοφάγο του και έτσι σε λίγα λεπτά βρέθηκε να δέχεται μάταια πρώτες βοήθειες από έναν ανειδίκευτο μάγειρα που ήξερε μόνο πως να κάνει τράγο μακαρονάδα χωρίς να κόψει τα κέρατα. Ο θρύλος λέει ότι ακόμα και τώρα που ο Παστόριους είναι θαμμένος εκείνο το καταραμένο κομμάτι από πόδι προβατίνας στροβιλίζεται μέσα στο λαιμό του.
Read More ...



« Σου έχω πει πως ο προ-πάππους μου ήταν βρικόλακας;» ρώτησα τον Πέτρο σηκώνοντας το μπουκάλι μου για να του δείξω ότι ήθελα μια άλλη.
« Τι, έκλαιγε αίμα και γυάλιζε στον ήλιο;» με ρώτησε ανοίγοντας ένα ακόμα μπουκάλι.
« Όχι βαμπίρ , βρικόλακας. Σηκώθηκε από το τάφο.»
« Για πες» απάντησε. Ήταν αργά και όσοι είχαν έρθει να πιούν ήταν ήδη μεθυσμένοι.
« Ο προ-πάππους μου ήταν στον ΕΛΑΣ,» ξεκίνησα και ήπια μια γουλιά. « Όταν έγιναν τα Δεκεμβριανά βρισκόταν με μια μικρή ομάδα κρυμμένη σε ένα βουνό στη Μάνη και μετά την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν από τους λίγους που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Όταν μονάδες του εθνικού στρατού άρχισαν να τους αναζητούν, η ομάδα του παππού μου κατέβηκε στο πιο κοντινό χωριό και ζήτησαν από τους κατοίκους να τους κρύψουν μέχρι να φύγει ο στρατός. Οι κάτοικοι όμως τους πρόδωσαν και σε μια σύντομη μάχη λίγο έξω από το χωριό ο στρατός τους επιτέθηκε σκοτώνοντάς τους όλους. Ο ιερέας του χωριού αρνήθηκε να τους κηδεύσει γιατί ήταν κομμουνιστές αφήνοντας τους να σαπίσουν στην έρημο. Μόνο μερικοί από τους κατοίκους, που προφανώς είχαν συνείδηση, πήραν το θάρρος και τους έθαψαν σε έναν ομαδικό τάφο. Εάν θυμάμαι καλά ο κοινοτάρχης του χωριού πήρε και επίσημο έπαινο από τον βασιλιά.
Όταν μπήκε ο χειμώνας την επόμενη χρονιά μερικοί βοσκοί άρχισαν να βρίσκουν νεκρά πρόβατα, στεγνά από αίμα. Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν λύκοι, αλλά αργότερα μερικές γυναίκες άρχισαν να μιλούν για μια σκιά που έβλεπαν να περνά έξω από τα σπίτια τα βράδια και μια απίστευτα βρώμικη μυρωδιά που τη συνόδευε.Κανείς βέβαια δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Οι αμερικανοί είχαν φέρει μεγάλες γεννήτριες, κατασκευασμένες στο Ντιτρόιτ που θα παρήγαγαν ρεύμα και θα σκότωναν κάθε σκιά, θα έκαναν κάθε λύκο να φοβάται να πλησιάσει. Πριν όμως το ρεύμα φθάσει στη περιοχή, ο ταχυδρόμος βρέθηκε νεκρός, χωρίς αίμα, και η μικρότερη κόρη του δημάρχου εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω της. Ένας γέρος, εβδομήντα χρονών, είπε στον δήμαρχο ότι στο χωριό υπήρχε ένας βρικόλακας και πως έπρεπε να τον σκοτώσουν. Έπρεπε να πάνε το πρωί, ακριβώς μετά την ανατολή, στον τάφο του νεκρού και αφού ένας παππάς τον διαβάσει τρείς φορές ένας νέος, όχι παραπάνω από δεκαεφτά θα πρέπει να του κόψει τη καρδιά και να τη κάψει. Ο δήμαρχος ήταν τόσο φοβισμένος για τη κόρη του που έκανε ακριβώς ότι του είπε ο γέρος. Πήρε τον ιερέα και τον δεκαπεντάχρονο γιο της πιο φτωχής οικογένειας και πήγαν στον ομαδικό τάφο. Όταν ξεθάψανε τον τάφο, βρήκαν τον παππού να βρίσκεται πάνω από όλα τα άλλα πτώματα, φουσκωμένος από το αίμα και άφθαρτος, λες και δεν είχε θαφτεί ούτε για μια ώρα. Λένε πως όταν ο ιερές άρχισε να διαβάζει την Αγία Γραφή ο προ-πάππους μου άρχισε να ουρλιάζει και να τρέμει, προσπαθώντας να σηκωθεί αλλά ο νεαρός και ο δήμαρχος τον κρατούσαν από τα χέρια. Όταν ο ιερέας τελείωσε ο νεαρός με ένα μαχαίρι έκοψε την καρδιά και την έκαψε σε μια φωτιά που άναψαν και έσβησαν με αγιασμό. Ύστερα γύρισαν σπίτια τους και δε ξαναμίλησαν για αυτό ποτέ τους. Μόνο όταν οι οικογένειες των νεκρών ζήτησαν πίσω τα παιδιά τους, ο δήμαρχος έγραψε στους δικούς μου ότι συνέβη.»
« Και η κόρη του δημάρχου βρέθηκε;»
« Ποτέ. Ο δήμαρχός πέθανε χωρίς ποτέ να μάθει που κατέληξε.»
«Τόσο εύκολα πεθαίνουν οι βρικόλακες;» με ρώτησε ένας άνδρας που κάθονταν δίπλα. Φορούσε σκούρα ρούχα και ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν παρά τη ζέστη που έκανε. Είχε πολύ κοντά μαλλιά και μια κίτρινη σκιά στα μάτια.
« Μια απλή ιστορία είναι, ένα παραμύθι που μου έλεγε ο παππούς μου,» είπα γρήγορα για να μη φανώ προληπτικός.
«Κανένας άνθρωπος δε μπορεί να σκοτώσει ένα βρικόλακα. Πρέπει να είσαι κάτι παραπάνω» συνέχισε σα να μην είχα μιλήσει καθόλου και ύστερα τελείωσε τη μπύρα που έπινε.
« Και από που το ξέρεις αυτό;» τον ρώτησα χαμογελώντας. « Έχεις σκοτώσει κανένα;»
« Εγώ προσωπικά όχι. Ο εργοδότης μου με προτιμά να οπλίζω αυτούς που είναι πρόθυμοι, σαν εσένα.»
« Και ποιός είναι ο εργοδότης σου;»
« Δεν έχει σημασία ποιός είναι, αλλά το τι θέλει να κάνει,» μου απάντησε και ακολουθώντας τη σιωπή μου συνέχισε. « Θέλει να πατήσει ένα κουμπί, ένα απλό κουμπί κρυμμένο μες στον άνθρωπο. Αλλά για να το καταφέρει θέλει ανθρώπους σαν και εσένα, πρόθυμους.»
« Εάν θέλει ανθρώπους για να πατάνε κουμπιά ας βάλει μια αγγελία,» του είπα και αποφάσισα να σταματήσω τη κουβέντα. Είχα αρχίσει να αισθάνομαι περίεργα.
«Πίστεψέ με, οι αγγελίες είχαν δοθεί εδώ και καιρό. Όσοι έχουν κριθεί πρόθυμοι μπορεί να μην είναι έτοιμοι ακόμα αλλά θα είναι όταν οι περιστάσεις τους χρειαστούν,» είπε και άρχισε να με πλησιάζει.
« Τι κάνεις;» τον ρώτησα καθώς σήκωνε το χέρι του και με ακουμπούσε στο μάγουλο. Με κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια και με μία γρήγορη κίνηση με γρατσούνισε στο μάγουλο. « Είσαι τρελός;» του φώναξα και αμέσως πετάχτηκα μακριά του. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να περπατάω γριγρί και έφυγα από το μαγαζί ενώ κρατούσα το μάγουλό μου που ήταν γεμάτο αίμα.
Προχώρησα για αρκετά λεπτά και με κάθε βήμα τα πόδια μου γίνονταν πιο βαριά και το μυαλό μου τριγύριζε. Έπεσα ξαφνικά στα γόνατα και νόμιζα πως είχα σταματήσει να αναπνέω. Ένας τεράστιος, ψιλός βόμβος άρχισε να ακούγεται στα αυτιά μου και τότε άρχισα να νιώθω για πρώτη φορά. Ένιωθα το βάρος της υγρασίας στο δέρμα μου και τον τρόπο με τον οποίο άλλαζε τις μικρές τρίχες στο λαιμό μου. Άκουγα το παλμό μου, το αίμα μου να κυλά ρυθμικά μέσα και να επιταχύνεται με κάθε στιγμή που περνούσε και μύρισα τον ιδρώτα μου, πικρό, καθώς έβγαινα αργά από κάθε πόρο του σώματός μου. « Έχει αρχίσει ήδη,» άκουσα να μου ψιθυρίζει ο ξένος που είχα αφήσει στο μπαρ. «Άσε το να σε πάρει , δε μπορείς αντισταθείς . Άσε το να σε πάρει, και τρέξε.» Όταν τελείωσε να μιλάει, ο βόμβος σταμάτησε μαζί του. Τα γόνατα μου σηκώθηκαν αμέσως από το έδαφος και άρχισα να τρέχω, κάθε βήμα όλο και πιο γρήγορο, κάθε ανάσα και πιο κοφτή. Χωρίς να καταλαβαίνω, αλλά ξέροντας που έπρεπε να φθάσω, έστριβα σε δρόμους και σοκάκια, με τα μάτια μου να βλέπουν μόνο σκιές και θολές εικόνες από ότι νόμιζα ότι ήταν δρόμοι.
Όταν βγήκα έξω από τη πόλη οι αισθήσεις μου άρχισαν να μαλακώνουν. Το βάρος στο δέρμα μου είχε μαλακώσει και τα αυτιά μου είχαν ηρεμήσει από το θόρυβο. Έμεινα για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβω που είμαι και τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά μια ξαφνική αίσθηση κρύου στη πλάτη επιτάχυνε τις αισθήσεις μου για μια ακόμα φορά. Δεν ήταν κάποιος άνεμος που το προκαλούσε και σίγουρα δεν ήταν η νύχτα. Ήταν ένα πικρό κρύο, μια επίθεση κενού, δυσάρεστη σαν θάνατο. Γύρισα προς την κατεύθυνση αυτής της αίσθησης και είδα μια σιλουέτα να πλησιάζει αργά και σίγουρα προς το μέρος μου, προσκαλώντας τη σκοτεινιά να έρθει μαζί της.
« Είσαι καινούριος,» μου είπε με μια φωνή που κόχλαζε μίσος και αρρώστια. Βρώμικος και δύσοσμος με ένα λευκό πρόσωπο, σάπιο από το χρόνο και νύχια μακριά, βρώμικα, έστεκε αφύσικα σα να μην ακουμπούσε στη γη. Με μια φουσκωμένη κοιλιά και ρούχα βρώμικα με κόκκινο ήταν σα μια τρύπα που τραβούσε χρώμα, ζωή και θέληση από τα πάντα. « Ότι μείνει από εσένα θα το κρατήσω. Δώρο για αυτούς που θα στείλουν μετά από εσένα.» μου είπε τείνοντας το χέρι του προς τα μένα. Συνέχισε να φτύνει απειλές και να με βρίζει αλλά δε μπορούσα να τον ακούσω. Ένιωσα το αίμα μου να σταματά και μια έκρηξη συνέβη με κέντρο τη καρδιά μου. Δε μπορούσα να πάρω ανάσα και το το δέρμα μου ήταν ερεθισμένο. Τα κόκκαλα μου άρχισαν να επεκτείνονται και τα χέρια μου σκλήραιναν και γίνονταν πιο δυνατά. Τα μάτια άλλαξαν και με έκανα να βλέπω μορφές και σχήματα αντί για εικόνες. Μην αντέχοντας το πόνο φώναξα, αλλά μόνο ένα ουρλιαχτό βγήκε από το στόμα. Ένας ήχος που έκανε ακόμα και τα φύλλα να σταματήσουν.
« Εβδομήντα χρόνια προσπαθούν να με καταστρέψουν. Νομίζεις ότι ένα κουτάβι σα και σένα θα τα καταφέρει;» είπε η μορφή μπροστά μου αλλά πλέον ήξερα ότι ήταν ο εχθρός μου. Χωρίς να τον αφήσω να ξαναμιλήσει όρμησα εναντίον του. Πολύ αργός για να με αποφύγει, δέχτηκε τα δόντια μου στον ώμο του, η γεύση του πικρή σαν αρσενικό και μοναξιά. Ακίνητος και χωρίς καμία έκφραση με άρπαξε από το λαιμό κα με έριξε στο έδαφος. Του όρμησα ξανά αλλά διαβάζοντάς με απέφυγε και πιάνοντάς με από το χέρι με μια λαβή προσπάθησε να με ακινητοποιήσει. Χωρίς να χάσω χρόνο, άρχισα να να τρέχω και να τον σέρνω μαζί μου. Τρέχοντας σε κύκλους τον έφερα κοντά σε ένα δέντρο και σκαρφάλωσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Όταν έφτασα στη κορυφή τον έπιασα με τα δύο μου χέρια και με δύναμη τον έριξα να πέσει στη γη. Έσπασα ένα από τα κλαδιά του δέντρου και με ένα πήδημα βρέθηκα δίπλα του. Με δύναμη το κάρφωσα στη καρδιά του και αμέσως με συνεπήρε ένα αίσθημα ευχαρίστησης, σα να είχα επιτύχει στη δουλειά που ένας άγνωστος αφέντης μου είχε αναθέσει. Γυρνώντας τη πλάτη στο κουφάρι, κοίταξα στον ουρανό και για πρώτη φορά αντίκρισα την ομορφιά του φεγγαριού όπως το συνόδευε ο ήχος από το θρόισμα των φύλλων. Μεγάλο σα τη θάλασσα, η όψη του με σαγήνευε και με έκανε να το κοιτά υπνωτισμένος.
« Εύκολη δουλειά νομίζεις ότι έχεις, μικρέ,» άκουσα μια φωνή πίσω μου να λέει και στο τέλος της ένιωσα ένα τρύπημα στη κοιλιά μου. « Πλάσματα σα και μένα δεν αρκούνται σε επιπόλαιους θανάτους,» μου είπε και έπεσα στο έδαφος. Αφαιρώντας το κομμάτι ξύλου από το σώμα μου με γύρισε γύρισε προς τη μεριά του.Με το αριστερό του χέρι με ακούμπησε στο μέρος της καρδιά και αμέσως ένιωσα κρύο και απελπισία να απλώνονταν στο στέρνο μου σα σήψη. Αυτή τη φορά δε μίλησε, μόνο με κοιτούσε στα μάτια με την ίδια πίκρα, το ίδιο μίσος ακόμα και στη νίκη του. 
Read More ...

Από το Blogger.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget
Creative Commons License
Rakonto Kulpo by http://rakontokulpo.blogspot.com/ is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.